Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Η πραγματικότητα είναι πάντα ίδια, η ερμηνεία αλλάζει



"Εμένα μου φαίνεται πως οι γονείς μου γέρασαν και το ‘χουν χάσει".

"Και μένα μου φαίνεται πως εσύ τους κοιτάς με διαφορετικά μάτια".

"Μα τι σημασία έχει αυτό; Αυτό που είναι, είναι όπως λες κι εσύ".

"Άκουσε μια ιστορία".

Ο βασιλιάς ήταν ερωτευμένος με τη Σαμπρίνα, μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής που την έκανε τελευταία του γυναίκα. Ένα απόγευμα κι ενώ ο βασιλιάς έλειπε στο κυνήγι ήρθε ένας αγγελιοφόρος να ειδοποιήσει ότι η μητέρα της Σαμπρίνας ήταν άρρωστη.

Ο βασιλιάς της είχε απαγορεύσει να χρησιμοποιεί την προσωπική του άμαξα, κι αν παραβίαζε την εντολή του θα το πλήρωνε με το κεφάλι της. Όταν γύρισε ο βασιλιάς έμαθε τα καθέκαστα.
"Μα δεν είναι θαυμάσιο"  είπε " αυτό είναι αληθινή αγάπη κόρης προς τη μητέρα. Δεν την ένοιαζε να διακινδυνεύσει το κεφάλι της για να φροντίσει τη μητέρα της. Είναι υπέροχη."

Την επόμενη μέρα κι ενώ η Σαμπρίνα καθόταν στο κήπο του παλατιού κι έτρωγε φρούτα, ήρθε ο βασιλιάς. Τον χαιρέτισε και μετά δάγκωσε το τελευταίο ροδάκινο που είχε στο καλάθι της.
"Φαίνονται γλυκά" είπε ο βασιλιάς.

"Πράγματι" αποκρίθηκε η βασίλισσα. Κι απλώνοντας το χέρι της έδωσε το τελευταίο της ροδάκινο στον αγαπημένο της.

"Πόσο με αγαπάει” σχολίασε μετά ο βασιλιάς "στερήθηκε την απόλαυση της για να μου δώσει εμένα το τελευταίο ροδάκινο του καλαθιού. Δεν είναι εκπληκτική;"

Πέρασαν ορισμένα χρόνια-και ποιος ξέρει- το πάθος και ο έρωτας του βασιλιά έσβησαν απ τη καρδιά του. Καθόταν μαζί μ ένα στενό του φίλο κι έλεγε:

"Ποτέ δε φέρθηκε σαν βασίλισσα, μια φορά μάλιστα με παράκουσε και χρησιμοποίησε τη προσωπική μου άμαξα. Θυμάμαι και μια μέρα που μου έδωσε να φάω ένα δαγκωμένο φρούτο."

"Η πραγματικότητα είναι πάντα η ίδια. Κι είναι όντως αυτό που είναι. Ωστόσο ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνεύσει μια κατάσταση με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, τον ακριβώς αντίθετο." είπε.

"Πρόσεχε τι αντιλαμβάνεσαι" έλεγε ο Μπάντουιν ο σοφός. Αν ότι βλέπεις ταιριάζει "γάντι" με τη πραγματικότητα που περισσότερο σε βολεύει


… τότε


ΜΗΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΣΑΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ!!!



_______________


~ Χόρχε Μπουκάι ” ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ”

Μια μικρή αληθινή ιστορία

Ο Μαρκ είχε γεννηθεί µε µία πολύ βαριά ασθένεια του ανοσοποιητικού συστήµατος। Ένα σύνδροµο ανεπάρκειας της άµυνας του οργανισµού, που κάποια γενετική αλλοίωση του είχε φορτώσει για πάντα। Τα παιδιά που γεννιούνται µε αυτή τη βαριά ανωµαλία -πολύ σπάνια ευτυχώς- έχουν πολύ λίγες πιθανότητες επιβίωσης, ή τουλάχιστον είχαν όταν ο Μαρκ ήρθε στον κόσµο. Δεδοµένης της ανικανότητας να παραχθούν αντισώµατα, οποιαδήποτε µόλυνση µπορούσε να τον αποτελειώσει σε λίγες εβδοµάδες, όσο συνηθισµένη κι αν ήταν για έναν κανονικό άνθρωπο. Η µόνη λύση ήταν να δηµιουργηθεί γύρω του ένα αποστειρωµένο περιβάλλον, όπου ο Μαρκ θα µπορούσε να ζει ελπίζοντας πως η επιστήµη θα ανακάλυπτε µια άλλη λύση για το ανοσοποιητικό του πρόβληµα.
Γιος ενός αυστηρού και εργατικού αγροτικού γιατρού και µιας δασκάλας, ο Μαρκ είχε την ευκαιρία να επιβιώσει τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας χάρη στις οικονοµικές προσπάθειες των γονιών του, χάρη στο δικό του θάρρος και κυρίως, χάρη στη σχεδόν αποκλειστική αφοσίωση της µητέρας του. Ζώντας σε µια κρεβατοκάµαρα κι ένα γραφείο µ’ ένα µπάνιο ανάµεσά τους και αποµονωµένος από το υπόλοιπο σπίτι και τον κόσµο, µε ερµητικά κλειστές πλαστικές κουρτίνες, τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής του δεχόταν µετρηµένες επισκέψεις στον ιδιωτικό και προστατευµένο χώρο του. Για να αποφευχθεί η εισαγωγή µικροβίων που θα αποτελούσαν πιθανή απειλή για τη ζωή του Μαρκ, κανείς δεν µπορούσε να τον πλησιάσει χωρίς να έχει πλύνει τα χέρια του µε αντισηπτικό και χωρίς να φοράει αποστειρωµένα ρούχα, στολή χειρουργού, µπότες και µαντίλι στο στόµα. Κατά τη διάρκεια αυτών των είκοσι χρόνων, ο Μαρκ είχε µάθει ό,τι ήξερε από τα αυστηρά και µεθοδικά µαθήµατα της µητέρας του, τις εις βάθος συζητήσεις µαζί της, από λίγα βιβλία που έφταναν στα χέρια του (καινούρια, καθαρά και αποστειρωµένα) και από τα λίγα που έβλεπε στην τηλεόραση. Εκτός από αυτά, ο µοναδικός του τρόπος επικοινωνίας ήταν γράµµατα, φωτογραφίες και κάποιες συζητήσεις από το τηλέφωνο µε την υπόλοιπη οικογένεια.
Ήταν η µέρα που συµπλήρωσε τα εικοσιένα του, όταν ζητησε από τη µητέρα του να αλλάξει και να µπει στο δωµάτιό του. Ήθελε να της µιλήσει.


«Μαµά» της είπε πολύ ήρεµα, «έχω πάρει µια απόφαση. Θα ταξιδέψω … »
Η µητέρα παρέλυσε όταν άκουσε το γιό της. Βγαίνοντας από το αποστειρωµένο περιβάλλον του δωµατίου του έβαζε σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή του. Πράγµατι, η µοναδική φορά που είχε εγκαταλείψει το δωµάτιο ήταν όταν είχε πεθάνει ο πατέρας του και, παρά τις προφυλάξεις που είχε πάρει, ένας ιός της γρίπης που έφτασε στο σώµα του παραλίγο να τον σκοτώσει.