Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Η Μόμο

Κάποια μέρα όμως ανάμεσα στους ανθρώπους της γειτονιάς διαδόθηκε πως κάποιος κατοικούσε τώρα τελευταία στα χαλάσματα. Ήταν, λέει, ένα παιδί μάλλον κοριτσάκι. Κανένας όμως δεν μπορούσε να πει τίποτα με ακρίβεια γιατί τα ρούχα της ήταν κάπως παράξενα. Τη λέγανε Μόμο ή κάπως έτσι.
Και πραγματικά, η εξωτερική εμφάνιση της Μόμο ήταν λιγάκι παράξενη και μπορούσε να τρομάξει τους ανθρώπους που δίνανε μεγάλη σημασία στην καθαριότητα και την τάξη. Ήταν κοντούλα, λεπτούλα, έτσι που ήταν αδύνατο να πεις αν ήταν οκτώ χρονών ή δώδεκα. Στο κεφάλι φύτρωναν αναμαλλιασμένες μπούκλες, μαύρες σαν πίσσα, που δείχνανε να μην τις είχε αγγίξει ποτέ ούτε χτένα ούτε και ψαλίδι. Είχε πολύ μεγάλα, πανέμορφα μάτια κι αυτά μαύρα σαν την πίσσα και πόδια στο ίδιο χρώμα γιατί γύριζε πάντα ξυπόλητη. Τον χειμώνα μόνο έβαζε καμιά φορά παπούτσια, αλλά κια υτά ήταν παράταιρα και της πέφτανε πολύ μεγάλα. Κι αυτό γιατί τίποτα απ αυτά που είχε η Μόμο δεν ήταν δικό της. Ή τα είχε βρει κάπου ή της τα είχε χαρίσει κάποιος. Η φούστα της ήταν καμωμένη από διάφορα παρδαλά κουρέλια και της έφτανε ως τον αστράγαλο. Από πάνω φορούσε ένα παλιό, πολύ μεγάλο της, αντρικό σακάκι, με μανίκια διπλωμένα στον καρπό. Η Μόμο δεν ήθελε να τα κόψει γιατί σκεφτόταν πολύ προνοητικά πως θα μεγάλωνε. Και ποιός μπορούσε να ξέρει αν θα ξανάβρισκε ποτέ ένα τόσο ωραίο και πρακτικό σακάκι με τόσες πολλές τσέπες;

Οι γίγαντες

Ζούμε σε μια εποχή όπου οι πιο ταπεινοί άνθρωποι γίνονται πιο μεγάλοι κι από τους μεγαλύτερους ανθρώπους των περασμένων εποχών. Αυτό που κάποτε τυραννούσε το μυαλό μας, τώρα δεν έχει καμιά σημασία. Σκεπάζεται από το πέπλο της αδιαφορίας. Τα όμορφα όνειρα που κάποτε φτερούγιζαν στη συνείδησή μας διαλύθηκαν σαν την ομίχλη. Στη θέση τους ήρθαν γίγαντες που τρέχουν σαν τις καταιγίδες, ταράζονται σαν τις θάλασσες, ανασαίνουν σαν τα ηφαίστεια.

Ποια μοίρα θα φέρουν οι γίγαντες στον κόσμο, στο τέλος τής πάλης τους;
Θα γυρίσει ο γεωργός στον αγρό του για νά σπείρει εκεί πού ο θάνατος έσπειρε τα κόκαλα των νεκρών;
Θα βοσκήσει ο βοσκός τα κοπάδια του στα χωράφια πού θέρισε τό σπαθί;
Θα πιουν τα πρόβατα από τις πηγές πού τα νερά τους βάφτηκαν με τό αίμα;
Θα γονατίσει ο λάτρης του Θεού στο βεβηλωμένο ναό πού στον Ιερό βωμό του χόρεψαν οι σατανιστές;
Θα συνθέσει ο ποιητής τα τραγούδια του κάτω από αστέρια πού τα σκεπάζει ο καπνός του κανονιού;
Θα φυσήξει ο μουσικός τον αυλό του μιά νύχτα πού ή σιωπή της βιάστηκε από τον τρόμο;
Θα μπορέσει ή μητέρα νά τραγουδήσει ένα νανούρισμα στήν κούνια του μωρού της, πού θα κοιμάται πάνω στους κινδύνους τού αύριο;
Μπορούν οι εραστές ν’ ανταμώσουν, καί νά φιληθούν πάνω σέ πεδία μαχών πού ακόμα μυρίζουν από τούς καπνούς τών βομβών;
Θα ξαναγυρίσει ποτέ ο Απρίλης στη γη και θα δέσει τις πληγές της με το ντύμα του;
Ποιά θα είναι η μοίρα τής χώρας σου και τής χώρας μου; Ποιοί γίγαντες θ’ αρπάξουν τα βουνά και τις κοιλάδες που μας γέννησαν και μας ανάθρεψαν και μας έκαναν άντρες και γυναίκες μπροστά στο πρόσωπο του ήλιου;
Θα μείνει ή Συρία ξαπλωμένη ανάμεσα στη φωλιά του λύκου και στο χοιροστάσιο; Ή θα προχωρήσει μαζί με την καταιγίδα προς τη φωλιά του λιονταριού ή θα σκαρφαλώσει στη φωλιά τού αετού; Θα φανεί ποτέ η αυγή ενός καινούργιου χρόνου πάνω από τις κορυφές του Λιβάνου;
Κάθε φορά που είμαι μόνος, ρωτώ την ψυχή μου αυτά τα ερωτήματα. Αλλά η ψυχή μου είναι βουβή σαν τη Μοίρα. Ποιος από σας, λαοί, δε στοχάζεται μέρα και νύχτα, τη μοίρα του κόσμου πού βρίσκεται κάτω από την εξουσία των γιγάντων, που είναι μεθυσμένοι με τα δάκρυα των χηρών και των ορφανών;
Είμαι από κείνους πού πιστεύουν στο Νόμο της Εξέλιξης. Πιστεύω ότι οι ιδανικές οντότητες εξελίσσονται, όπως και τα απλά όντα, κι ότι οι θρησκείες και οι κυβερνήσεις ανεβαίνουν σε υψηλότερα επίπεδα.
Ο Νόμος τής Εξέλιξης έχει ένα πρόσωπο αυστηρό και τυραννικό, κι εκείνοι που έχουν περιορισμένο ή φοβισμένο νου τον φοβούνται αλλά οι αρχές του είναι δίκαιες, κι εκείνοι που τις μελετούν, φωτίζονται. Μέσα από τη λογική του οι άνθρωποι υψώνονται πάνω από τους εαυτούς τους και μπορούν να πλησιάσουν το υπέρτατο.
Όλοι γύρω μου είναι νάνοι που βλέπουν τους γίγαντες να αναδύονται και οι νάνοι κοάζουν σαν βάτραχοι: «Ο κόσμος ξαναγύρισε στη βαρβαρότητα.» Όσα δημιούργησε η επιστήμη κι η εκπαίδευση καταστρέφονται από τους νέους πρωτόγονους. Είμαστε τώρα σαν τους προϊστορικούς κατοίκους των σπηλαίων. Τίποτα δε μας ξεχωρίζει από κείνους εκτός από τις μηχανές μας της καταστροφής και τις βελτιωμένες τεχνικές μας της σφαγής».
«Έτσι μιλούν εκείνοι που μετρούν τη συνείδηση του κόσμου με τη δική τους. Μετρούν την έκταση της συνολικής «Ύπαρξης με το μικρό διάστημα της ατομικής τους ύπαρξης. Ωσάν ο ήλιος να μην υπήρχε παρά για να ζεσταίνει αυτούς, ωσάν η θάλασσα να είχε δημιουργηθεί για να πλένουν αυτοί τα πόδια τους.
Μέσα από την καρδιά της ζωής, μέσα από τα κατάβαθα του σύμπαντος όπου είναι κρυμμένα τα μυστικά της Δημιουργίας, οι γίγαντες υψώνονται σαν άνεμοι κι ανεβαίνουν σα σύννεφα και μαζεύονται σα βουνά. Στους αγώνες τους βρίσκουν τη λύση τους προβλήματα πολύχρονα.
Αλλά ο άνθρωπος, παρ’ όλη τη γνώση και τις ικανότητές του, και παρ’ όλη την αγάπη και το μίσος της καρδιάς του και τα μαρτύρια πού υποφέρει, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα εργαλείο στα χέρια των γιγάντων, που το χρησιμοποιούν για να φτάσουν στο σκοπό τους και να πραγματοποιήσουν τον αναπόφευκτο υψηλό στόχο τους.

Τα ποτάμια του αίματος κάποια μέρα θα γίνουν κελαρυστά ποτάμια κρασιού και τα δάκρυα που πότισαν τη γη, θα γεννήσουν αρωματικά λουλούδια κι οι ψυχές που έφυγαν από τις κατοικίες τους θα μαζευτούν και θα παρουσιαστούν πίσω από τον καινούργιο ορίζοντα σαν καινούργια Αυγή. Τότε ο άνθρωπος θα καταλάβει ότι αγόρασε τη Δικαιοσύνη και τη Λογική στο σκλαβοπάζαρό του. Θα νιώσει ότι αυτός που εργάζεται και ξοδεύει για χάρη της Δικαιοσύνης ποτέ δε χάνει.
Ο Απρίλης θα έρθει, αλλά εκείνος που γυρεύει τον Απρίλη χωρίς τη βοήθεια του Χειμώνα, ποτέ δε θα τον βρει.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χαλίλ Γκιμπράν – Σκέψεις και διαλογισμοί
οι φωτογραφίες: http://empnefsis.blogspot.gr

πασχαλινά έθιμα από όλη την Ελλάδα



Σε άκρως κατανυκτικό κλίμα, κάθε γωνιά της Ελλάδας γιορτάζει την περίοδο του Πάσχα με τον δικό της, ιδιαίτερο τρόπο. Το «Πάσχα το καινόν» ή η «πανήγυρις πανηγύρεων» όπως αναφέρεται στους πασχαλινούς ύμνους, αποτελεί για τον λαό μια ημέρα λαμπρή, μιας και η φύση βρίσκεται στα καλύτερά της.
«Κατά το διάστημα της προετοιμασίας έθιμα προχριστιανικά με χαρακτήρα λατρευτικό, εξαγνιστικό και αποτρεπτικό του κακού, που απειλεί τη βλάστηση και την παραγωγή, έχουν ενταχθεί στη χριστιανική λατρεία», αναφέρει η κ. Aικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη, Διευθύντρια του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. 
«Λαϊκά δρώμενα αναπαράστασης θανάτου - ανάστασης στον ελληνικό χώρο, όπως ο Ζαφείρης στην Ήπειρο, οι κήποι του Άδωνη, 
οι τελετουργικοί χοροί του Πάσχα και του αγίου Γεωργίου, οι κούνιες, οι επισκέψεις με όργανα στους τάφους, η συμβολική χρήση των αυγών - και μάλιστα κόκκινων, αποτελούν εκδηλώσεις της προαιώνιας προσπάθειας του ανθρώπου να συμβάλει θετικά στη διαδικασία ανανέωσης της φύσης και στην εξασφάλιση της καλής σοδειάς», προσθέτει. 

Αερόστατα στο Λεωνίδιο 
Στην όμορφη κωμόπολη της Τσακωνιάς, η Λαμπρή γίνεται όνομα και πράγμα, αφού εδώ και έναν περίπου αιώνα, το βράδυ της Ανάστασης τηρείται το έθιμο των αερόστατων. Τα παιδιά των πέντε ενοριών συναγωνίζονται στις επιτυχείς «πτήσεις» των χρωματιστών φωτεινών αερόστατων, τα οποία ετοιμάζουν επί εβδομάδες πριν το Πάσχα. Για περίπου μισή ώρα μετά το «Χριστός Ανέστη», ο ουρανός αποκτά… έξτρα αστέρια, ενώ παράλληλα το ευαγγέλιο διαβάζεται και στην τσακώνικη διάλεκτο. 

Οι κερκυραϊκοί μπότηδες 
Μπότηδες είναι τα κανάτια εκείνα με το λεπτό στόμιο, που, αν έχετε κάνει Πάσχα στην Κέρκυρα, σίγουρα θα έχετε δει να σκάνε στα πόδια σας το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. Πρόκειται για το έθιμο της Πρώτης Ανάστασης, κατά το οποίο οι Κερκυραίοι γεμίζουν τους μπότηδες με νερό και τους
πετούν από τα μπαλκόνια των καντουνιών. Λίγο νωρίτερα, στην εκκλησία της Παναγιάς των Ξένων έχει γίνει τεχνητός σεισμός, σαν αναφορά στον σεισμό που έγινε σύμφωνα με την Βίβλο στον τάφο του Ιησού, ενώ στην συνέχεια, οι κερκυραϊκές φιλαρμονικές κυκλοφορούν στην πόλη παίζοντας εύθυμα εμβατήρια. 

Ρουκετομανία στο Βροντάδο 
Η Χίος κάθε χρόνο τέτοια εποχή τραβάει τα βλέμματα, χάρη στο έθιμο που αναβιώνει στο χωριό Βροντάδο και περιλαμβάνει την μάχη των ενοριών με ρουκέτες. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, η συνήθεια ξεκίνησε επί Τουρκοκρατίας, όταν οι Χριστιανοί κάτοικοι ήθελαν να δείξουν στους Τούρκους πώς γιορτάζουν οι ορθόδοξοι την Ανάσταση. Ο Δήμος βέβαια πλέον έχει θέσει αυστηρούς κανόνες για την ασφάλεια των συμμετεχόντων στον ρουκετοπόλεμο, για να αποφευχθούν τα παρατράγουδα και οι τραυματισμοί που παρατηρήθηκαν πριν λίγα χρόνια. 

Σε κάθε περίπτωση, το θέαμα στον μεταμεσονύκτιο ουρανό είναι μαγευτικό – άλλωστε οι ειδικοί «ρουκετοποιοί» του χωριού εργάζονται γι’ αυτό το υπερθέαμα καθ’ όλη την διάρκεια της χρονιάς. 

Λευκά περιστέρια στην Ζάκυνθο 
Το «ζακυνθινό μεγαλοβδόμαδο» είναι γεμάτο έθιμα που στο νησί αποκαλούνται «αντέτια». Από αυτά, ξεχωρίζουν τα άσπρα περιστέρια που αφήνει ο ιερέας κατά την Πρώτη Ανάσταση, ενώ οι νοικοκυρές ρίχνουν πήλινα κανάτια από τα μπαλκόνια, κατά τις προσταγές ενός εθίμου, αντίστοιχου με αυτό της Κέρκυρας. Το Ευαγγέλιο της Ανάστασης ψάλλεται με τον ιδιαίτερο «μουσικό» τρόπο της Επτανησιακής παράδοσης, ενώ η
Αναστάσιμη ακολουθία πραγματοποιείται το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου μόνο στον Άγιο Μάρκο. Οι υπόλοιπες εκκλησίες αρκούνται στο χαρμόσυνο χτύπημα της καμπάνας και πραγματοποιούν την ακολουθία το πρωί της Κυριακής. 




Αγώνας δρόμου στην Αράχωβα 
Διπλή γιορτή για την Αράχωβα, καθώς η γιορτή του Αγίου Γεωργίου που πέφτει παραδοσιακά κοντά στο Πάσχα γιορτάζεται με την ίδια φροντίδα και ζέση που επιδεικνύουν οι ντόπιοι για την Ανάσταση. Έτσι, ανήμερα του Πάσχα, ξεκινά η περιφορά της εικόνας του Αγίου Γεωργίου, οι γηραιότεροι κάτοικοι ξεκινούν από την Εκκλησία και πραγματοποιούν τον «αγώνα της ανηφόρας», ενώ χορευτικά συγκροτήματα έχουν ήδη πιάσει δουλειά. Παράλληλα, έχουν ετοιμαστεί οι «λάκκοι» σε κάθε γειτονιά, όπου ανάβουν οι φωτιές που θα υποδεχθούν δεκάδες αρνιά – τόσα, ώστε λέγεται πως αν κάποιος δει από μακριά την Αράχωβα, νομίζει πως το χωριό έχει πάρει φωτιά. 

Το κάψιμο του Ιούδα στην Θράκη 
Στις Μέτρες της Θράκης, τη Μεγάλη Πέμπτη συνηθίζεται τα παιδιά να φτιάχνουν το ομοίωμα του Ιούδα, το οποίο περιφέρουν στα σπίτια, ζητώντας κλαδιά για να τον κάψουν την επομένη ημέρα στον Επιτάφιο. Τη Μεγάλη Παρασκευή η πομπή του Επιταφίου φτάνει στο τέλος της έξω από ένα παρεκκλήσι, όπου εκεί βρίσκεται έτοιμη η φωτιά για να καεί ο Ιούδας. Μόλις ο ιερέας ξεκινήσει να διαβάζει το σχετικό Ευαγγέλιο, ανάβουν τη φωτιά και ρίχνουν μέσα της το ομοίωμα, ενώ μόλις ολοκληρωθεί η καύση οι κάτοικοι συνηθίζουν να παίρνουν μια χούφτα από τη συγκεκριμένη στάχτη την οποία ρίχνουν στα μνήματα. Μπρρρ! 

Η αναπαράσταση των Παθών στην Πάρο 

Αν και η Πάρος αποτελεί από μόνη της ιδανικό προορισμό όλες τις εποχές του χρόνου, το Πάσχα ιδιαίτερα πραγματοποιείται στο νησί το μοναδικό έθιμο της αναπαράστασης των Παθών κατά την περιφορά του Επιταφίου στα ορεινά χωριά Μάρπησσα, Μάρμαρα, Πρόδρομο, Λεύκες και Άσπρο Χωριό. Καθώς ο Επιτάφιος περνά τα δρομάκια των νησιών κάνει συνολικά 15 στάσεις στις οποίες αναπαριστώνται ζωντανά εικόνες των Παθών του Χριστού. Παιδιά ντυμένα Ρωμαίοι στρατιώτες ή μαθητές του Χριστού ζωντανεύουν σκηνές από την είσοδο στα Ιεροσόλυμα, τον «Μυστικό Δείπνο», το μαρτύριο της Σταύρωσης κ.α., ενώ σε κάθε μία από αυτές τις στάσεις φωτίζεται εντυπωσιακά και ένα σημείο του βουνού. Το βράδυ του Σαββάτου το έθιμο κορυφώνεται με την αναπαράσταση της Ανάστασης μέσα σε μία εκθαμβωτική ατμόσφαιρα χιλιάδων κεριών και αμέτρητων πυροτεχνημάτων που φωτίζουν μαγευτικά τον ουρανό του Αιγαίου. 

«Του μαύρου νιου τ’ αλώνι» στη Χαλκιδική 
Στην… πολύπαθη Ιερισσό, ξεχωριστό χρώμα στις πασχαλινές εκδηλώσεις δίνει το έθιμο «Του μαύρου νιου τ’ αλώνι» στους λόφους πάνω από την πόλη την Τρίτη του Πάσχα. Μετά την επιμνημόσυνη δέηση και την εκφώνηση του πανηγυρικού, οι γεροντότεροι αρχίζουν τον χορό. Στην συνέχεια συνοδεύουν και οι υπόλοιποι κάτοικοι, οι οποίοι τραγουδούν και χορεύουν όλα τα Πασχαλινά τραγούδια, ενώ τελειώνουν με τον «Καγκέλευτο» χορό, που είναι η αναπαράσταση της σφαγής 400 Ιερισσιωτών από τους Τούρκους, κατά την επανάσταση του 1821. Ο χορός περνά κάτω από δάφνινη αψίδα όπου υπάρχουν δύο νεαροί με υψωμένα σπαθιά και στη μέση του τραγουδιού «διπλώνεται» στα δύο με τους χορευτές να περνούν ο ένας απέναντι από τον άλλο για τον τελευταίο χαιρετισμό. Κατά την διάρκεια της γιορτής μοιράζεται, καφές που βράζει σε μεγάλο καζάνι («ζωγραφίτικος»), τσουρέκια και αυγά. 

«Μπουλούκια» στην Καλαμάτα 
Ο διαγωνισμός των «μπουλουκιών» στην πόλη της Καλαμάτας πηγάζει από τους απελευθερωτικούς αγώνες του 1821. Οι διαγωνιζόμενοι με παραδοσιακές ενδυμασίες και οπλισμένοι με σαΐτες, δηλαδή με χαρτονένιους σωλήνες γεμάτους μπαρούτι, επιδίδονται σε σαϊτοπόλεμο, στο γήπεδο του Μεσσηνιακού με τη συμμετοχή εκατοντάδων ντόπιων και επισκεπτών. Επίσης, το βράδυ του Μ.Σαββάτου πραγματοποιείται το έθιμο του «συχώριου», δηλαδή όλοι όσοι έχουν πεθαμένους συγγενείς φέρνουν στην εκκλησία ψητά, κρασί και ψωμί, τα οποία έχει «διαβάσει» ο παπάς και τα προσφέρουν στους επισκέπτες και στους κατοίκους του νησιού. 

Ο Ζαφείρης στην Ήπειρο 
Σε όλη την Ήπειρο, αλλά και σε πολλά μέρη της Μακεδονίας, την Κυριακή του Πάσχα, αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της άνοιξης αναβιώνει το έθιμο του Ζαφείρη. Το όνομα ποικίλει από τόπο σε τόπο, αλλού το λένε Μαγιόπουλο, αλλού Φουσκοδέντρι. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα παιδικό παιχνίδι στο οποίο ένα παιδί υποδύεται τον Ζαφείρη και παριστάνει το νεκρό, ενώ τα υπόλοιπα μαζεύουν λουλούδια, χλόη και φύλλα και τον στολίζουν, ενώ παράλληλα τον μοιρολογούν κρατώντας καλάμια αντί για λαμπάδες. Αφού τελειώσει το μοιρολόι, όλα τα παιδιά μαζί φωνάζουν «Σήκου Ζαφείρη, Σήκου!» και ο «νεκρός» ανασταίνεται από το στολισμένο με λουλούδια κρεβάτι του και κυνηγά φωνάζοντας και γελώντας τα υπόλοιπα πιτσιρίκια. Αυτός που θα πιάσει ο Ζαφείρης, γίνεται την επόμενη χρονιά «νεκρός».


 του Νικόλα Γεωργιακώδη

www.in2life.gr