Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Μια μέρα φτάνει… (Δ΄)




(Συνέχεια από το προηγούμενο)


Στη πρώτη στάση του πήγε στο Γηροκομείο. Εκεί σε ένα κρεβατάκι, σε έναν θάλαμο με δύο γριές, ήταν αυτή που ήταν η πρώτη του αγάπη, να την αγαπούσε άραγε ακόμα; Πάντα η θύμησή της του έφερνε μία τρυφερότητα στο μυαλό του, αλλά ήταν υποχρεωμένος να την απαρνηθεί. Βλέπεις, ήταν φτωχιά, άρα ακατάλληλη για αυτόν.

Μια μέρα φτάνει… (Γ΄)




(Συνέχεια από το προηγούμενο)


Ο κύριος άνοιξε τα μάτια του και ξύπνησε μέσα εκεί, στο όνειρό του. Ο Άγγελος του, είχε γεμίσει με φως το σκοτεινό μέρος όπου ονειρευόταν, και με έκπληξη τον κοίταξε. «Ήρθες πολύ νωρίς, πολύ ξαφνικά για να με πάρεις, δεν σε περίμενα….», είπε ο κύριος.

-«Και όμως αγαπημένε φίλε μου, εγώ ΠΑΝΤΑ είμαι δίπλα σου και σου μιλάω, πάντα περιμένω να ανοίξεις τη καρδιά σου για να τη γεμίσω ευτυχία από τον κόσμο μου, αλλά εσύ δεν με άκουγες τόσα χρόνια. Στο μυαλό σου είχες λογαριασμούς για το κέρδος, και αλλοίμονο, τη καρδιά σου την είχες κλείσει συνειδητά, και το μόνο που είχες αφήσει σαν συναίσθημα ήταν η άγρια χαρά σου κάθε φορά που κατάφερνες να κερδίσεις και άλλα λεφτά…. Η ικανοποίηση σου ότι τα κατάφερες, ότι είσαι κάποιος….»