Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Το χρώμα του φεγγαριού




- Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη; 
- Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε.
- Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
- Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
- Τί χρώμα έχει η χαρά;
- Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
- Και η μοναξιά;
- Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξεδί.
- Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
- Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράχτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
- Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
- …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.
- Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
- Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
- Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι … Κοίταξε μακριά στο κενό … Και δάκρυσε …
Ζω …
- Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;
- Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μην αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ” αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησε το!
Συγχωρώ!
- Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιει μια γουλιά νερό. Σ” αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα “ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι” αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Aντε στην υγειά σου!
Ελπίζω!
- Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πίστεψέ με. Αξίζει να τη ζεί κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι από την αρχή. Τώρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;
- Aυριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τιποτ’ άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ’ αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζεις μέσα στη γυάλα, από φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λές: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζεις. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα τις αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ” αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και Γής. Άντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;
Ποιός είναι ο δυνατός;
- Ποιός είναι ο δυνατός;  ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.
- Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή, μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.
Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:
- Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!
«Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. 
Τ' αγάλματα μόνο δε λυγάνε».
Ονειρεύονται… και ελπίζουν…
- Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.
- Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.
- Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
- Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.
- Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγει ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…
- Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται… Ονειρεύονται και ελπίζουν…





   Αλκυόνη Παπαδάκη – «Το χρώμα του Φεγγαριού! «

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Κι αυτό θα περάσει...

ΜΙΑ ΜΕΡΑ, ΕΝΑΣ ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΠΟΡΕΥΟΤΑΝ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ του. Ήταν ένας απλός άνθρωπος. Όχι, όμως, κι η ζωή του. Παρ’ όλα αυτά, του ίδιου του άρεσε.
Τη μέρα εκείνη, λοιπόν (ήταν ένα συννεφιασμένο πρωινό του φθινοπώρου), καθώς αναδυόταν μέσα από την ομίχλη ένα καμπαναριό, ο σκοπός που σιγοτραγουδούσε για να ελαφρύνει το βήμα του πνίγηκε, ξάφνου, στο λαιμό του. Λίγο πιο πέρα, στον αγρό, ένας ανθρωπάκος διπλωμένος κάτω από το ζυγό και το καμουτσίκι, τράβαγε το αλέτρι που κατηύθυνε το αφεντικό του. «Μα πώς είναι δυνατό να μεταχειρίζονται τους ανθρώπους σαν ζώα;» σκέφτηκε ο ταξιδιώτης, με οίκτο και οργή μαζί. Πέρασε μέσα από τα οργωμένα χωράφια κι έφτασε ως το υποζύγιο.
— Ντροπή σου! είπε σ’ αυτόν που βασάνιζε το σκλάβο. Ο άνθρωπος αυτός που βάζεις να σκοτώνεται στη δουλειά σαν γαϊδούρι δεν τολμά να σου πετάξει κατάμουτρα την αλήθεια. Θα το κάνω εγώ, λοιπόν, γι’ αυτόν. Η ψυχή σου είναι πέτρα. Το κεφάλι σου, έρημος δίχως φως. Δε σου ’μάθε κανείς πως είμαστε όλοι μας αδέρφια; Ληστή! Μαλλιαρέ παλιάνθρωπε! Λωποδύτη που ’ρχεσαι από άλλη εποχή! Εξευτελίζεις την ανθρώπινη αξιοπρέπεια! Χτύπησε το μπαστούνι του στον αέρα.
— Γιατί ανακατεύεσαι εσύ; του είπε ο άνθρωπος που βασανιζόταν. Το καλό, το κακό, όλα περνάνε. Και τούτο εδώ, κι αυτό θα περάσει.
Κι ενώ ο βασανιστής του γελούσε μακαρίως ανασηκώνοντας τους ώμους, ο άνθρωπος ξανάπιασε τη δουλειά του. Ο καλός μουσικός έμεινε έκπληκτος και σκέφτηκε: «Για δες! Σκλάβος που κάνει το συνήγορο του κτήνους που τον καταπιέζει! Κύριε, πού πάει ετούτος ο κόσμος;» Κι έφυγε με βήμα διστακτικό...
Μια παροιμία λέει πως απ’ το στρατί που πέρασες δε θα ξαναπεράσεις. Μια άλλη βεβαιώνει το αντίθετο: «Το δρόμο αυτό που διάβηκες θε να ξαναπεράσεις». Η δεύτερη είναι που λέει την αλήθεια. Ήρθε μια μέρα, λοιπόν, μετά από τρία χρόνια περιπλάνηση, που ο προστάτης των αδικημένων, με το βιολί του στον ώμο, ξαναπέρασε δίπλα από το ίδιο χωράφι. Θυμήθηκε τι είχε γίνει, κοντοστάθηκε κι έτριψε τα μάτια του. Πέρα στα οργωμένα χωράφια, προχωρούσε μια φοράδα και καβάλα επάνω της ο σκλάβος, ελεύθερος πια και εύπορος. Η εμφάνισή του ήταν αξιοπρεπής, τα ρούχα του προσεγμένα. Πετούσε το σπόρο μακριά με μεγάλες, ήρεμες κινήσεις. Έκπληκτος ο ταξιδιώτης πήγε να τον χαιρετήσει.
— Χάρη στον Ύψιστο επέζησες, του είπε. Μάλλον, τι λέω, εσύ φαίνεται να χεις πλουτίσει. Εκείνος ο βασανιστής τιμωρήθηκε καταπώς έπρεπε;
— Ο διπλανός αφέντης τον σκότωσε, απάντησε ο ανθρωπάκος. Απ’ ότι φαίνεται, είχε ξελογιάσει τη γυναίκα του. Κι έτσι, μου έδωσαν τη γη του.
— Φίλε μου, χαίρομαι πολύ. Είχες δίκιο να ’χεις εμπιστοσύνη στο Θεό, του είπε ο μουσικός σφίγγοντάς του το χέρι. Να που το μέλλον σου, στο εξής, θα ’ναι εξασφαλισμένο.
Ο άνθρωπος χαμογέλασε και συνέχισε το δρόμο του στα χωράφια.
—  Δεν είναι περισσότερο απ’ ότι χτες, του είπε. Το καλό, το κακό, όλα περνάνε. Και τούτο εδώ, κι αυτό θα περάσει.
Από "Το δέντρο του έρωτα και της σοφίας" του Ανρί Γκουγκώ





http://antikleidi.com

Ο Μάγος και τα Πρόβατα


του Γ.Ι Γκουρτζίεφ

Υπάρχουν χίλια δυο πράγματα που εμποδίζουν τον άνθρωπο να ξυπνήσει, που τον κρατάνε δέσμιο των ονείρων του. Για να ενεργήσουμε συνειδητά με την πρόθεση να ξυπνήσουμε, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε τη φύση των δυνάμεων που κρατάνε τον άνθρωπο σε κατάσταση ύπνου.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να καταλάβουμε ότι ο ύπνος μέσα στον οποίο ζει ο άνθρωπος δεν είναι φυσιολογικός, αλλά μια ύπνωση. Ο άνθρωπος είναι υπνωτισμένος και αυτή η υπνωτική κατάσταση διατηρείται και ενισχύεται συνεχώς μέσα του.
Μάλιστα θα έλεγε κανείς ότι υπάρχουν δυνάμεις που έχουν συμφέρον να κρατάνε τον άνθρωπο σε κατάσταση ύπνωσης, εμποδίζοντάς τον να δει την αλήθεια και να καταλάβει τη θέση του.
Υπάρχει ένας ανατολίτικος μύθος για έναν πάμπλουτο μάγο που είχε πολλά πρόβατα. Ο μάγος αυτός όμως ήταν πολύ τσιγκούνης. Δεν ήθελε να μισθώσει βοσκούς, ούτε να στήσει φράχτη γύρω από το λιβάδι όπου έβοσκαν τα πρόβατά του. Έτσι, συχνά τα πρόβατα έμπαιναν στο δάσος και πήγαιναν από ‘δω κι από ‘κει, έπεφταν σε χαράδρες και λοιπά και πάνω απ’ όλα έφευγαν, γιατί ήξεραν ότι ο μάγος ήθελε το κρέας και την προβιά τους κι αυτό φυσικά δεν τους άρεσε.
Τελικά ο μάγος βρήκε το φάρμακο. Υπνώτισε τα πρόβατά του και τους υπέβαλε πρώτα απ’ όλα την ιδέα ότι ήταν αθάνατα, ότι δεν πάθαιναν κακό όταν τα έγδερνε, αλλά το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή αυτό ήταν πολύ καλό για τα ίδια και μάλιστα ευχάριστο.
Ύστερα τους υπέβαλε την ιδέα ότι ο μάγος ήταν καλό αφεντικό που αγαπούσε το κοπάδι του τόσο πολύ ώστε ήταν έτοιμος να κάνει τα πάντα στον κόσμο για χάρη τους. Έπειτα τους υπέβαλε την ιδέα ότι αν επρόκειτο να τους συμβεί κάτι, τέλος πάντων, αυτό δεν θα συνέβαινε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, οπωσδήποτε όχι εκείνη τη μέρα, συνεπώς δεν ήταν ανάγκη να το σκέφτονται.


Επίσης, τους υπέβαλε την ιδέα ότι δεν ήταν καθόλου πρόβατα: σε μερικά υπέβαλε την ιδέα ότι ήταν λιοντάρια, σε άλλα ότι ήταν αετοί, σε άλλα ότι ήταν άνθρωποι και σε άλλα ότι ήταν μάγοι.
Και μετά απ’ αυτό, τελείωσαν όλες οι έγνοιες και οι στεναχώριες του με τα πρόβατα. Δεν έφευγαν ποτέ ξανά πια, αλλά περίμεναν ήσυχα την ώρα που ο μάγος θα απαιτούσε το κρέας και το τομάρι τους…
Ο μύθος αυτός είναι μια πολύ καλή ερμηνεία της κατάστασης του ανθρώπου.






Το κείμενο Ο Μάγος και τα Πρόβατα πρωτοδημοσιεύτηκε στο ΑΒΑΤΟΝ Νο 120.