Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Συνοικία Ουζιέλ : η συνοικία μιας άλλης εποχής στο κέντρο της Θεσσαλονίκης

    Συνοικία Ουζιέλ, η ιστορία της και πλήρης φωτογραφική περιήγηση! Στην προέκταση της οδού Ανθέων στη Θεσσαλονίκη.

    Ένα συγκρότημα μονοκατοικιών που φέρνουν στο μυαλό εικόνες από αρχοντόσπιτα της παλιάς όμορφης Θεσσαλονίκης ή της επαρχίας μιας παλιότερης εποχής. Βρίσκεται ανάμεσα στο 14ο Γυμνάσιο, στη Βίλα Morpurgo (Βίλα Ζαρντινίδη) και στο κτίριο της Νομαρχίας (βίλα Αλλατίνι) και από το 1980 έχει χαρακτηριστεί διατηρητέα.
     Η συνοικία έχει πάρει το όνομα της από τον Γάλλο εργολάβο της, Ουζιέλ. Παρόλα αυτά όμως, όπως σημειώνουν, το όνομα του οποίου θα έπρεπε να πάρει συνοικία είναι του αρχιτέκτονά της, Ζάκ Μοσέ.

    Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

    Μια μέρα φτάνει… (Β΄)



    (Συνέχεια από το προηγούμενο)


    Το αγόρι αφού ξεπέρασε εκείνη τη δύσκολη στιγμή, που παραλίγο να αυτοκτονήσει, ενεργοποίησε μία δύναμη, χαρακτηριστική της φυλής μας, που μας επέτρεψε να έχουμε παραμείνει ζωντανοί, να συνεχίζουμε τη προσπάθεια αν και βλέπουμε όλα να χάνονται, πιάνοντας την καθημερινή επιβίωση χωρίς να γνωρίζεις αν αύριο είσαι ζωντανός, αλλά εσύ να πορεύεσαι και να μάχεσαι. Ξύπνησε μέσα του μια δύναμη που επέτρεψε στους προγόνους μας να δημιουργήσουν πολιτισμούς, να ξεχυθούν στο άγνωστο με τα καραβάκια τους, να αντιμετωπίζουν τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, να υποστούν κινδύνους και ταπεινώσεις, αυτοί όμως να προχωράνε, πρωτοπόροι σε μέρη χωρίς χάρτη.

    «Θα τα καταφέρω!» σκεφτόταν το αγόρι σε κάθε μία ταπείνωση που του κάνανε, γεννώντας μέσα του τη ψυχική και τη σωματική δύναμη για να μπορέσει να ξεπεράσει κάθε δυσκολία, ανέπτυξε μέσα του το θράσος ότι ναι, μπορεί να κάνει τα πάντα αν χρειαστεί, απέναντι σε αυτούς τους κουραμπιέδες που ζήσανε μία άνετη ζωή, και μένουν άχαροι και ανώριμοι να μην καταλαβαίνουν τον άλλους και τον εαυτό τους. Όταν πλέον μέσα του αντιμετώπισε και τον ίδιο του το φόβο, και τον κοίταζε σαν ένα γνωστό του πρόσωπο πια, συνειδητοποίησε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μην τα καταφέρει. Χρησιμοποίησε το μυαλό, τη σκληρή δουλειά του, την οικονομία του, την εκμετάλλευση κάθε ευκαιρίας, κάθε ανθρώπου, ναι, έπρεπε να τα καταφέρει, και χρόνο με το χρόνο τα κατάφερε. Το αγόρι γινόμενο άντρας πια, απέκτησε μία περιουσία, που συνεχώς αυξανόταν.

    Πέρασαν τα χρόνια και το αγόρι έγινε πια ένας Κύριος. Όποτε περνούσε από τη πλατεία, οι παλιοί συμμαθητές του, οι ίδιοι αυτοί που τον κοροϊδεύανε ξυπόλητο κάποτε, τώρα σηκωνόντουσαν με σεβασμό για να τον χαιρετήσουνε, να του σφίξουν το χέρι, να του πούνε έναν καλό λόγο. Βλέπεις, ο κύριος είχε πια λεπτά, πολλά λεπτά, και όλοι στη πόλη είχανε την ανάγκη του. Τα λεφτά και η περιουσία όμως είχαν φέρει και μία παρενέργεια, μία αρρώστια: Ο κύριος ασχολούταν μόνο με το πώς θα αυξήσει την περιουσία του, ξεπουλώντας την συνείδησή του, τα συναισθήματά του, τις σχέσεις του, τους άλλους ανθρώπους, τα όνειρά του. Όλα είχαν μία αξία, τη μεγαλύτερη αξία ωστόσο είχε το κέρδος.

    Για το κέρδος άφησε τη κοπέλα που τον αγάπησε και την αγαπούσε, γιατί ήταν φτωχή, δεν τον συνέφερε βλέπεις να τη πάρει, είχε πολύ καλύτερη πρόταση….

    Για το κέρδος φερόταν σα σε σκύλο σε κάθε άτομο του προσωπικού του. «Καλύτερα σε σέβονται όταν σε φοβούνται, εξάλλου το προσωπικό είναι για εκμετάλλευση, όχι για φιλίες!» ήταν το δόγμα του.

    Για το κέρδος κάλεσε το συμβολαιογράφο απόψε στο σπίτι του…

    Του είχε τραπέζι…., βλέπεις, κολακευόταν ο κύριος να κάνει επίδειξη ισχύος στα σημαίνοντα πρόσωπα της πόλης του. «Φάε από τη γαλοπούλα κύριε Ματθαίο! Πιες από το κρασί μου, θα δεις ότι τέτοιο κρασί δεν έχεις ξαναπιεί!», είπε στον Συμβολαιογράφο. «Φέρτε κι’ άλλο κρασί! Κι’ άλλο κρέας! Τι τα φτιάξαμε;
    Για να τα φάμε, και να τα πιούμε!». Μιλούσε συνεχώς με στόμφο ο κύριος, έλεγε τη χιλιοειπωμένη ιστορία του, πως ξεκίνησε, πόσο δούλεψε, πόσο αγωνίστηκε για να φτάσει αυτό που είναι σήμερα, ο πλουσιότερος άνθρωπος της πόλης, και πάντα με συγκίνηση τελείωνε με το ρεφραίν: «Ξέρεις πως με φωνάζαν οι συμμαθητές μου;…………. - Ο Ξυπόλητος!» έλεγε, ενώ αληθινά δάκρυα συγκίνησης, έτρεχαν στα μάγουλά του.

    «Αρκετά, σε κούρασα με την ιστορία μου, κύριε Ματθαίο! Εδώ ωστόσο, έχουμε μία σοβαρή ιστορία και για αυτό σε κάλεσα απόψε….. Πρόκειται για τη κόρη μου! Με παράτησε, με πρόδωσε, θέλω να την αποκληρώσω! Έμπλεξε με αυτόν τον προικοθήρα, το χαμένο κορμί, τον αλήτη, και έφυγε και με παράτησε! Άκου εκεί,αγαπηθήκαν τα παιδιά….. Με ποιο δικαίωμα κυρία μου αγαπηθήκατε; Εμένα τον πατέρα σου με ρώτησες; Εγώ ήδη έχω δώσει το λόγο μου, στο χασάπη τον κυρ Παναγιώτη που έχει 3.000 γελάδια. Ήδη έχουμε συμφωνήσει να φτιάξουμε συνεταιρικά ένα μεγάλο σφαγείο και μαζί και έναν γάμο και αυτή σηκώθηκε και έφυγε επειδή αγάπησε λέει; Όχι, θα τιμωρηθεί και αυτή και ο αλήτης που έφυγε μαζί. Θα του κάνω μήνυση για απαγωγή, για κλοπή κορασίδος»

    - «Μα, όλοι ξέρουν ότι τα παιδιά κλεφτήκανε»… ψέλλισε ο Συμβολαιογράφος….

    - Με άγριο μάτι απάντησε ο κύριος: «Κατά πρώτον ΕΓΩ είμαι το θύμα και ο παθών, τα δικά μου συμφέροντα θίγονται με αυτή την απαγωγή, και κατά δεύτερον ο σκοπός μου είναι να τους τρέχω στα δικαστήρια, να πάει αυτός ο αλήτης φυλακή, έχω τον τρόπο μου να το καταφέρω…. Και μετά, αυτή η χαμένη θα έρθει γονατιστή πίσω να ζητήσει συγνώμη και … να πάρει το χασάπη! Αύριο θα έρθω, ετοίμασε τα χαρτιά, θέλω πράξη αποκλήρωσης, θέλω εξώδικα, θέλω μηνύσεις! Τελείωσε! Αφού θέλουν πόλεμο, θα τον έχουν!»

    Είχε περάσει πια η ώρα του δείπνου, έφυγε ο καλεσμένος, και ο κύριος ζαλισμένος από το πιοτό, έπεσε για ύπνο. Ένας ύπνος βαρύς, που και σε αυτόν επαναλαμβανόταν η ιστορία του: Πως τα κατάφερε, αυτός, που κάποτε ήταν ξυπόλητος….
    ……..

    Ωστόσο, αυτό το βράδυ ήταν διαφορετικό......., μία απρόσμενη επίσκεψη ήρθε στο όνειρό του. Ήταν ο Άγγελος του, που γέμισε φως τις σκιές των ονείρων του, τον ακούμπησε μαλακά στον ώμο του, και του είπε: «Ξύπνα φίλε μου αγαπημένε, έρχεται η ώρα σου, ήρθα να σε πάρω…..»








    (Συνεχίζεται)



    Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

    Μια μέρα φτάνει… (Α')



    Το αγόρι ανέβαινε το λασπωμένο ανήφορο, υπό βροχή, ξυπόλητο, ρακένδυτο, ξεμαλλιασμένο, σαν ξεχασμένο ξωτικό. Ήταν μουσκεμένο μέχρι το κόκκαλο, σε αυτή τη πορεία του μέχρι το βουνό. Ζούσε μία φοβερή ένταση, που δεν οφειλόταν στο φθινοπωρινό μπουρίνι. Το πρόσωπο του ήταν σκαμμένο από τα κλάματα, τα μάτια του κατακόκκινα. Είχε φτάσει πια στα ομαλά του βουνού, αριστερά ήταν οι λάκκες και το κονάκι του τσοπάνου του πατέρα του. Δεξιά…., ο γκρεμός. Το αγόρι έστριψε δεξιά με αποφασιστικότητα.

    Μόλις έζησε τη πρώτη του εβδομάδα στο Γυμνάσιο. Υποτίθεται ότι τον είχε στείλει ο πατέρας του για να μάθει γράμματα, να γίνει ένας καλύτερος άνθρωπος, να μην γίνει και αυτός ένας τσοπάνης. Αυτό που έζησε ωστόσο ήταν ο απόλυτος εξευτελισμός. Το παρατσούκλι του για τα επόμενα χρόνια θα ήταν: «Ο ΞΥΠΟΛΗΤΟΣ». Τα πιο θρασειά αγόρια του τη πέφτανε ανοιχτά, κοροϊδεύοντας τον «Ξυπόλητε! Ξυπόλητε! Ουστ από δω!», αυτοί που τους παρατρέχανε, κάνανε τη χορωδία. Ακόμα και τα κορίτσια κοιτάγαν τα πόδια του, και αποστρέφαν το βλέμμα τους από αυτόν. Το αγόρι αισθανόταν μία μαχαιριά στη καρδιά του σε κάθε τέτοιο υποτιμητικό βλέμμα.

    Ήταν περήφανος όμως, δεν θα έκλαιγε μπροστά τους, ούτε θα γινόταν χαφιές να τον προστατέψουν οι Δάσκαλοι. Θα μπορούσε να σφάξει σαν τραγί, έναν από αυτούς, αλλά δεν ήταν φονιάς. Το μοναδικό που του απέμενε ήταν να κλαίει, σιγανά, κάτω από τα σεντόνια, να μην τον ακούσουν τα άλλα παιδιά εκεί που κοιμόταν σε έναν κατάμεστο θάλαμο της Μαθητικής Εστίας. Δεν θα ζητούσε λεφτά από τον πατέρα του. Ήξερε ότι δεν είχε μαζέψει ακόμα τα λιβαδιάτικα*. Ποτέ δεν του είχε ζητήσει λεφτά. Αφού έβλεπε ότι δεν είχαν τον ήλιο μοίρα σε αυτή τη παλιοζωή. Για αυτούς ήδη ήταν μεγάλη θυσία που στερήθηκαν από τις δουλειές του κοπαδιού το μεγαλύτερό τους παιδί.

    Εδώ στο βουνό, το αγρίμι είχε έρθει στην έδρα του. Το βουνό ήταν η δύναμή του. Εδώ είχε αποφασίσει να αφήσει και τη ζωή του. Δεν άντεχε άλλο τις ταπεινώσεις, καλύτερα νεκρός παρά περίγελος…. Πήρε αργά τρεις βαθιές ανάσες αποχαιρετώντας αυτό τον κόσμο. Ω τι υπέροχος που ήταν ο αγέρας του βουνού. Σκέφτηκε ότι από δω και πέρα, τα ελάτια θα είναι οι καλύτεροι φίλοι και σύντροφοί του, και προχώρησε προς το κενό…..
    ….
    Αφού έκανε ένα βήμα, ΚΑΤΙ τον σταμάτησε και δεν μπορούσε να κάνει άλλο. Σαν να είχε χάσει τον έλεγχο του σώματος του και αυτό έμενε παραλυμένο. «Ποιος με κρατάει;» ψέλλισε.

    - «Εγώ είμαι, ο Άγγελος σου, ο προσωπικός φίλος και συνοδοιπόρος σου σε όλη σου αυτή τη ζωή.»

    Το αγόρι σαν να ξεχώριζε ένα χαρούμενο φωτεινό ανθρώπινο περίγραμμα με κάτι μεγάλες ολόχρυσες φτερούγες από πάνω του.

    - «Και γιατί ανακατεύεσαι σε ότι κάνω; Σου ζήτησα εγώ κάτι τέτοιο;»

    - «Μα αυτή είναι η εργασία μου, ο προορισμός μου. Και ναι, το συμφωνήσαμε αυτό πριν γεννηθείς, ότι θα σε φυλάω και θα σε βοηθάω από τη γέννησή σου, μέχρι να επιστρέψω τη ψυχή σου, εκεί που ξεκίνησε αυτό το ταξίδι…»

    - «Φίλε, δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο, και από την άλλη, εσύ δεν ξέρεις τι είναι να σε κοροϊδεύουν και να σε λένε ξυπόλητο.»

    - «Μα ναι φίλε μου, ξέρω τι είναι να σε κοροϊδεύουν και να σε λένε ξυπόλητο. Είμαι κάθε στιγμή μέσα σου, δίπλα σου. Μοιράζομαι τα συναισθήματα σου, με τη διαφορά,……… ότι εγώ μπορώ να κλαίω….. Βλέπεις, δεν με βλέπουν εμένα. Κάθε φορά που πονάς, πονάω. Κάθε φορά που χαίρεσαι, χαίρομαι, κάθε φορά που λυπάσαι, λυπάμαι, και μοιράζομαι μαζί σου αυτό το φορτίο. Αν δεν είχες κάποιον να το μοιραστείς, δεν θα το άντεχες, θα είχες ήδη πεθάνει.»

    - «Ένα ζευγάρι παπούτσια…….. μπορείς να μου δώσεις;»

    - «Είμαι από φως και όχι από ύλη…. Μπορώ να σου μιλήσω όμως, μπορώ να σου πω ότι για να είσαι ευτυχισμένος, δεν χρειάζεται να έχεις ούτε ένα ζευγάρι παπούτσια, ούτε μία ολάκερη περιουσία. Χρειάζεσαι μόνο να είσαι ΕΔΩ»

    - «Εγώ θέλω τα παπούτσια!»

    - «Όπως θέλεις, αλλά εγώ πρέπει να σε ενημερώσω ότι έχεις πάρα πολλά ακόμα γραμμένα να κάνεις στη ζωή σου, έχεις πολλούς ακόμα ανθρώπους να γνωρίσεις, πράγματα να καταφέρεις. Αν θέλεις πέφτεις στο γκρεμό. Εγώ όμως έπρεπε να σε ενημερώσω….»

    - «Παπούτσια,…. Θα αποκτήσω;»

    - «Ναι, βέβαια, και πολλά ακόμα πράγματα.» και εξαφανίστηκε χαμογελώντας ο Άγγελος.

    Μετά από αυτή τη συζήτηση με τον Άγγελο, είχε εξαφανιστεί το μαύρο σύννεφο στη καρδιά του αγοριού, που το έσπρωχνε στο γκρεμό. Είχε ξαναμεταμορφωθεί στο αγρίμι του λόγγου που ήτανε. Το αγρίμι δεν φοβότανε, θα τα κατάφερνε πάντα.

    «Θα τους δείξω εγώ!» είπε, με αυτοπεποίθηση πια, το αγόρι και τράβηξε για το κονάκι του πατέρα του….


    (Συνεχίζεται)




    * (Τα λιβαδιάτικα είναι τα ενοίκια τα οποία θα έπρεπε να πληρώνει ο κτηνοτρόφος για τα βοσκοτόπια του κάμπου, όπου θα ξεχείμαζε το κοπάδι του.)


    http://emmkopanakis.blogspot.gr

    Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

    Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

    Ο Φαταούλας και ο Νηστικός

    Μια φορά κι έναν καιρό, κάποτε και τώρα, ζούσαν στο ίδιο χωριό δίπλα - δίπλα δυο άνθρωποι ίδιοι αλλά και... διαφορετικοί. Ήταν ίδιοι γιατί όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται τα ίδια για να ζήσουν και ήταν διαφορετικοί γιατί ο ένας έτρωγε πολύ και ήταν χοντρός ενώ ο άλλος δεν είχε να φάει και ήταν αδύνατος.


    Τον χοντρό άνθρωπο τον έλεγαν Φαταούλα

    Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

    Λουλούδια και Φυτά στη Μυθολογία Β

                                                                                          Κρόκος-Ζαφορά
    Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση, η ελληνική λέξη «κρόκος» προέκυψε όταν ο θεός Ερμής, παίζοντας στα λιβάδια με το φίλο του Κρόκο, τον τραυμάτισε θανάσιμα άθελά του στο κεφάλι. Πέφτοντας ο Κρόκος νεκρός, τρεις σταγόνες από το αίμα του έπεσαν στο κέντρο του λουλουδιού και προέκυψαν τρία νηματίδια στο χρώμα του αίματος. Έκτοτε το λουλούδι πήρε το όνομα κρόκος. 
    Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή ο Κρόκος ήταν ένας νεαρός, που εξαιτίας ενός άτυχου έρωτα για τη Νύμφη Σμίλακα μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο φυτό. Ταυτόχρονα η Σμίλαξ (βλέπε πιο κάτω) [ἐυστεφάνοιο δὲ κούρης Μίλακος ἱμείρων Κρόκος ἔσσεται ἄνθος Ἐρώτων (Νόνν., Διον. 12.85-86)] έγινε το ομώνυμο αναρριχητικό φυτό(Σμίλαξ Ασπίρα-Ουρβιά).
    Οι θεϊκοί συμβολισμοί είναι προφανείς για τον κρόκο, το λουλούδι με τα σπάνια χαρίσματα, που έχει χρησιμοποιηθεί διαχρονικά μέχρι σήμερα σαν φάρμακο, άρτυμα και βαφικό υλικό.

    Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

    Λουλούδια και Φυτά στη Μυθολογία Α'

    Αγαύη-Αμάραντος, Αθάνατος


    Η λέξη αγαύη σημαίνει θαυμαστή ή ευγενικής καταγωγής. Το φυτό της Αγαύης ήρθε στην Ελλάδα από το Μεξικό. Ωστόσο το όνομά του είναι ελληνικό και πιθανώς του αποδόθηκε επειδή η Ελληνίδα Αγαύη για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω ήταν και μια από τις δευτερεύουσες θεές του φεγγαριού, και αυτό σήμαινε πως ότι ήταν μια όψη της αρχαίας Μητέρας γης της Μεσογείου που θυμίζει το έδαφος του Jalisco του Μεξικό. 
    Η Αγαύη ήταν κόρη του βασιλιά της Θήβας Κάδμου και αδερφή της Σεμέλης της μητέρας του Διόνυσου. Όταν η Σεμέλη κεραυνοβολήθηκε από τον Δία τον εραστή της, η Αγαύη διέδωσε πως ο Δίας τιμώρησε την αδερφή της γιατί τον συκοφάντησε.

    Αργότερα ο Διόνυσος εκδικήθηκε για την μητέρα του και επέβαλε βαριά τιμωρία στην Αγαύη. 
    Όταν ο Διόνυσος επέστρεψε στη Θήβα, όπου βασίλευε τότε ο Πενθέας ο γιος της Αγαύης, διέταξε όλες τις γυναίκες της πόλης να να πάνε στο βουνό Κιθαιρώνα, για να τελέσουν τα μυστήριά του. Ο Πενθέας που δεν συμφωνούσε με την εισαγωγή της λατρείας, προσπάθησε να κατασκοπεύσει τις Βάκχες. Η μητέρα του τον αντιλήφθηκε, τον πήρε για άγριο ζώο και μέσα στην μανία της τον κατασπάραξε διαμελίζοντάς τον.

    Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

    Αφορισμοί


    Οι 38 αφορισμοί που ήταν γραμμένοι στη σκηνή Study House στο Πριερέ.
    1) Μάθε να σ 'αρέσει αυτό που "δε σ' αρέσει"
    2) το μεγαλύτερο επίτευγμα για τον άνθρωπο είναι να μπορεί να πράττει.
    3) Όσο χειρότερες είναι οι συνθήκες της ζωής τόσο καλύτερα είναι τα αποτελέσματα της εργασίας- αρκεί να θυμάται τον εαυτό του αδιάκοπα.
    4) να θυμάσαι τον εαυτό σου παντού και πάντα.
    5) Να θυμάσαι ότι ήρθες εδώ για να καταλάβεις την ανάγκη να παλέψεις με τον εαυτό σου- και μόνο με τον εαυτό σου. Έτσι να ευχαριστείς οποιονδήποτε σου προσφέρει αυτήν την ευκαιρία.
    6) Εδώ μπορούμε να δώσουμε μια κατεύθυνση και να δημιουργήσουμε συνθήκες-αλλά όχι να βοηθήσουμε
    7) Να ξέρεις ότι αυτός ο χώρος δεν έχει χρησιμότητα παρά μόνο γ'αυτούς που έχουν αναγνωρίσει τη μηδαμινότητά τους και που πιστεύουν ότι υπάρχει η δυνατότητα να αλλάξουν.
    8) Αν ξέρεις πως κάτι είναι κακό και παρόλα αυτά το κάνεις, τότε διαπράττεις αμαρτία που δύσκολα εξαγοράζεται
    9) Ο καλύτερος τρόπος για να είναι κανείς ευτυχισμένος σ'αυτή τη ζωή είναι να μπορεί να νοιάζεται εξωτερικά -ποτέ εσωτερικά.
    10) Μην κρίνεις την τέχνη, μα τα αισθήματά σου
    11) Το σημάδι του καλού ανθρώπου είναι όταν αγαπά τον πατέρα του και τη μητέρα του
    12) Να κρίνεις τους άλλους σύμφωνα με αυτό που εσύ είσαι -σπάνια θα κάνεις λάθος
    13 ) Να βοηθάς μόνο εκείνον που δεν είναι άχρηστος
    14) Να σέβεσαι όλες τις θρησκείες
    15) Αγαπώ αυτόν που αγαπά την εργασία
    16) Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσπαθούμε να γίνουμε ικανοί να είμαστε χριστιανοί
    16) Μη κρίνεις έναν άνθρωπο σύμφωνα με εκείνα που λέγονται για αυτόν
    18) Να λαμβάνεις υπόψη σου εκείνα που οι άλλοι σκέφτονται για σένα -και όχι αυτά που λένε
    19) Πάρε αυτά που καταλαβαίνει η ανατολή και αυτά που γνωρίζει η δύση και άρχισε να ψάχνεις
    20) Μόνο εκείνος που μπορεί να επαγρυπνεί για το καλό των άλλων είναι άξιος για το δικό του το καλό
    21) Μόνο το να υποφέρει κανείς συνειδητά έχει νόημα
    22) Καλύτερα να είσαι εγωιστής προσωρινά παρά να μην είσαι ποτέ δίκαιος
    23) Αν θέλεις να μάθεις να αγαπάς άρχισε με τα ζώα . Είναι πιο ευαίσθητα
    24) Διδάσκοντας τους άλλους, θα μάθεις και εσύ ο ίδιος
    25) Να θυμάσαι ότι εδώ η εργασία δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν είναι παρά ένα μέσο.
    26) Δίκαιος μπορεί να είναι μόνο εκείνος που ξέρει να βάλει τον εαυτό του στη θέση του άλλου.
    27) Αν δεν έχεις έμφυτο κριτικό πνεύμα τότε δεν έχει νόημα η παρουσία σου εδώ
    28) Αυτός που θα ελευθερωθεί από "την αρρώστια του αύριο" θα έχει την πιθανότητα να αποκτήσει αυτό για τι οποίο ήρθε εδώ να ψάξει
    29) Ευτυχής αυτός που έχει ψυχή , ευτυχής αυτός που δεν έχει . Δυστυχία και πόνος γι' αυτόν που δεν έχει πάρα μόνο το σπέρμα της
    30) Η ανάπαυση δε εξαρτάται από την ποσότητα αλλά από την ποιότητα του ύπνου
    31) Να κοιμάσαι λίγο, χωρίς τύψεις
    32) Η ενέργεια που ξοδεύεται σε ενεργητική εσωτερική εργασία , μετασχηματίζεται αμέσως σε καινούργιο απόθεμα . Αυτή που ξοδεύεται σε μια παθητική εργασία χάνεται για πάντα
    33) Ένας από τους καλύτερους τρόπους για να ξυπνήσει κανείς την επιθυμία να εργαστεί στον εαυτό του είναι να συνειδητοποιήσει ότι μπορεί να πεθάνει από τη μια στιγμή στην άλλη .
    34) Η συνειδητή αγάπη προκαλεί την ίδια ανταπόκριση
    Η συναισθηματική αγάπη προκαλεί το αντίθετο
    Η φυσική αγάπη εξαρτάται από τον τύπο και την πολικότητα
    35) Η συνειδητή πίστη είναι ελευθεριά
    η συναισθηματική πίστη είναι δουλεία
    η μηχανική πίστη είναι βλακεία
    36) Η ακλόνητη ελπίδα είναι δύναμη
    η ελπίδα γεμάτη αμφιβολία είναι δείλια
    η ελπίδα γεμάτη φόβο είναι αδυναμία
    37) Σε κάθε άνθρωπο έχει δοθεί ένας περιορισμένος αριθμός από εμπειρίες, αν κάνεις μ' αυτές οικονομία παρατείνεις τη ζωή σου .
    38) Εδώ δεν υπάρχουν ούτε Ρώσσοι, ούτε Άγγλοι, ούτε Εβραίοι, ούτε Χριστιανοί. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που έχουν έναν κοινό σκοπό, να γίνουν ικανοί να είναι.



    Ένα από τα παραμύθια μου...



    Μια φορά κι ένα καιρό σε ένα πανέμορφο δάσος γεμάτο ψηλά έλατα και βελανιδιές ξεφύτρωσε ένα μικρό θαμνάκι ανάμεσα σε άλλα θαμνώδη φυτά σε ένα σημείο που η πλαγιά έκανε μια μικρή φωλίτσα. Το πρώτο βλέμμα του το έστρεψε στο φως και στο γαλανό κομμάτι που φαινότανε κάπου ψηλά.. ψηλά...στην ακρούλα .. μα τι ήταν αυτό που τον εμπόδιζε να δει καθαρά ; 

    Ποιός ήταν ο Δάσκαλος του μεγάλου μυστικιστή Σούφι Χασσάν ;




    Όταν ένας μεγάλος μυστικιστής Σούφι, ο Χασάν, πέθαινε, κάποιος τον ρώτησε : «Χασσάν, ποιός ήταν ο Δάσκαλός σου;»

    Ο Χασάν απάντησε : «Τώρα είναι πολύ αργά για να ρωτάς . Ο χρόνος είναι λίγος, πεθαίνω. »
    Αλλά ο ερευνητής επέμεινε : « Μπορείς απλά να πεις το όνομά του. Είσαι ακόμα ζωντανός, ακόμα αναπνέεις και μιλάς, μπορείς απλά να μου πεις το όνομα ».

    Είπε, «Θα είναι δύσκολο, γιατί είχα χιλιάδες Δασκάλους. Για να αναφέρω και μόνο τα ονόματά τους θα χρειαστούν μήνες και χρόνια. Είναι πολύ αργά. Αλλά μπορώ να σου αναφέρω τους τρεις πρώτους Δάσκαλους μου.


    Ο ένας ήταν κλέφτης!