Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Ο τρελλός με τα πουλιά

ΞΥΠΝΗΣΕ στη μέση της νύχτας από εκκωφαντικά κελαηδίσματα πουλιών. Στην αρχή χάρηκε. Ξημέρωσε, σκέφτηκε. Μετά συνειδητοποίησε πως ήταν μαύρη νύχτα, και πως δεν ζούσε πια - αλίμονο - στην εξοχή, μα στο κέντρο της πόλης.

Αλλά τα πουλιά εξακολούθησαν. Τότε τρόμαξε. Κατάλαβε πως είχε ψευδαισθήσεις.

- Είμαι τρελός! Θεέ μου, τρελάθηκα!

Οι Έλληνες περνούν καλά...


Πόσο γελοίο ακούγεται...
Υπάρχουν ακόμα ηλίθιοι που μετράνε τη ζωή με το αν είναι γεμάτη μια καφετέρια.
Υπάρχουν ακόμα ανόητοι που θεωρούν "καλά" το ότι είναι εντάξει με τις τράπεζες και την εφορία.
Πως καλά είμαστε ακόμα γιατί ένα μέρος του πληθυσμού μπορεί ακόμα και τη βγάζει καθαρή μέσα στο μεγάλο σφαγείο.
Επειδή δεν έχει έρθει η σειρά τους.
Επειδή ο χασάπης τους έχει ακόμα στη κατάψυξη να σιτέψουν καλά...

Όχι δεν περνάμε καλά.
Γιατί πίσω από το γέλιο στη καφετέρια και το χαβαλέ διακρίνεις τα άφτιαχτα δόντια που αρχίζουν και σαπίζουν ένα ένα κι έχει μπει ο οδοντίατρος στη λίστα των αχρείαστων ειδών.

Όχι δεν περνάμε καλά, γιατί βλέπεις τις πόλεις να έχουν γεμίσει από κακοσυντηρημένα αυτοκίνητα "χιλιάρια" ή το πολύ "χιλιοτετρακοσάρια", που σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο τα δίνουν για να μαθαίνουν τα παιδιά τους να οδηγούν, πριν τους αγοράσουν το καινούργιο σεντάν των 2.500 κυβικών...

Γιατί βάφεσαι και φτιάχνεσαι για το ραντεβουδάκι αλλά στο σπίτι οι υπόλοιποι θα τη περάσουν με κουβέρτα δίπλα σε ένα αερόθερμο του κώλου.
Γιατί και το πετρέλαιο είναι στην ίδια λίστα με τον οδοντίατρο, εκείνες τις εξετάσεις που αναβάλεις, το φαΐ ποιότητας, το φρεσκάρισμα στο σπίτι που αρχίζει και βγάζει μούχλα, και σιγά σιγά τα υπόλοιπα είδη ενός "πολιτισμένου κόσμου" που θα μπουν στην ίδια λίστα σαν περιττές δαπάνες.

Όχι δεν περνάμε καλά, γιατί αυτό το νεαρό παιδί χώθηκε κάπου με τρία κατοστάρικα, αλλά δεν έχει όνειρα. Πάει να πιεί το ποτάκι του μόλις καβατζώσει ένα μεροκάματο γιατί νιάτο είναι, αλλά μέχρι εκεί φτάνουν τα όνειρα του. Μερικά 24ωρα μπροστά και πολύ λέω.

Όχι δεν περνάμε καλά, γιατί στο παππού δώσανε κάτι κωλογενόσημα αγνώστου προελεύσεως που δεν τα ξέρει ούτε η μάνα τους και θέλει να τα ξεφορτωθεί η κινέζικη φαρμακοβιομηχανία της πλάκας..

Όχι δεν περνάμε καλά, γιατί για τρίτο συνεχή χρόνο δεν ανάβουμε καλοριφέρ και τον παππού τον τυλίξαμε με μια κουβέρτα να μη ξεπαγιάζει και τελικά.. μας έμεινε...

Όχι δεν είμαστε καλά, γιατί όλη αυτή η κίνηση, είναι το τρεξιμο ανθρώπων που δεν ελπίζουν σε τίποτα πια, δεν έχουν τίποτα, αλλά δεν είναι κι ελεύθεροι.
Ξυπνάνε και κοιμούνται με τη σκέψη τι θα είναι η έλλειψη της επόμενης μέρας. Αν θα κάνουν αυτό αντί για εκείνο. Γιατί πλέον δεν έχουμε τη πολυτέλεια να τα κάνουμε και τα δυο ακόμα κι αν αυτά είναι βασικές ανάγκες.

Ναι έτσι γουστάρουν και γυρνάνε με το αυτοκίνητο τσάρκα.
Μήπως θα μάθετε ποτέ πόσοι τσακωμοί προηγήθηκαν στο σπίτι;
Πόσα γαμοσταυρίδια πέσανε πριν ξεμυτίσει η χαρούμενη οικογένεια για τη βόλτα της;
Μήπως θα μάθετε πόσοι κοιμούνται χαπακωμένοι και πόσοι δεν κοιμούνται καθόλου πια;
Μπορεί κανείς να συλλάβει ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΤΗΣ ΑPΡΩΣΤΕΙΑΣ;
Όχι δεν μπορούμε να το συλλάβουμε, γιατί δεν στο λέω και δεν μου το λες.
Γιατί ξυπνάμε και κοιμόμαστε σ ένα χώρο που έχει ξεχάσει πλέον τι είναι ζωή, δικαίωμα, πραγματική ανάγκη.

Ανάγκη έχει γίνει να πληρώσεις.
Ανάγκη έχει γίνει να είσαι εντάξει απέναντι στους τοκογλύφους, να μην κινδυνέψεις για τα "μεγάλα" να σε ξεσπιτώσουν, να μην έχεις φαΐ, να μην έχεις που να κοιμηθείς.
Οτιδήποτε πάνω από αυτό ονομάζεται "εντάξει είμαστε"
Τόσο άθλιο, τόσο μίζερο το τοπίο της νεοφώτιστης μπανανίας της Ευρώπης.

Είναι σαν να βλέπεις μια δύστυχη να κάνει πιάτσα για ένα δεκάρικο, κι επειδή θα γυρίσει σπίτι έχοντας αγοράσει δυο πιτόγυρα μετά το πήδημα, θα θεωρείται πως "εντάξει είναι μωρέ" δε τρέχει και τίποτα.

Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι αυτή τη στιγμή τρέμουν στην ιδέα πως θα κάνει βαρύ χειμώνα γιατί της θέρμανσης προηγούνται τα χαράτσια, δεν γίνεται να τα καλύψεις και τα δύο.

Στρατιές από ανθρώπους που η υγεία τους πάει κατά διαόλου για χίλιους δυο λόγους, όπως συμβαίνει στον άνθρωπο, την αφήνουν στην άκρη γιατί προηγούνται οι φόροι, οι τράπεζες, οι ΔΕΚΟ, να ζήσουμε να τους θυμόμαστε...

Οι Έλληνες περνάνε καλά.
Φυσικά όταν το καλά το υποβιβάσεις στο επιβιώνω, κι επίσης αν σ΄αυτό συνυπολογίσεις μια χούφτα καραγκιόζηδες που ούτε τους νοιάζει ποιος ζει και ποιος πεθαίνει, αρκεί ο κώλος τους να είναι καλά, το σώνεις το πράγμα.

Όμως πόσο θα το σώσεις ακόμα λέγοντας αηδίες και ψευτιές.
Πόσο θα κρατήσει η βιτρίνα πριν να φανεί η βρώμα που κρύβεται από πίσω;
Και δεν εννοώ πως θα γίνει κάποιος ξεσηκωμός.
Δεν είναι πανάκεια, πλέον, πως τη φτώχεια και τη δυστυχία θα την ακολουθήσει η Νέμεση.
Μπορεί απλά να δεις γύρω σου τη χώρα των ζόμπι.
Των ζωντανών νεκρών. The walking dead της Μεσογείου...

Άνθρωποι ήδη σέρνονται άσκοπα χωρίς να ξέρουν ούτε τι κάνουν σ΄αυτή τη ζωή , ούτε που πάνε. Ξυπνάνε κοιμούνται σαν ρομποτάκια, χωρίς καν να έχουν ιδέα πως είναι κάτι τέτοιο..
Αυτό είναι το χειρότερο αλλά το αναπόφευκτο στα ζόμπι.
Κάποιο θόρυβο ακούν κι ακολουθούν, αν τους σφυρίξεις από την άλλη θα πάνε από εκεί. Μόλις μυρίσουν φαΐ θα ρθουν..

Ναι οι Έλληνες περνάνε καλά στο κολαστήριο.
Έχει καπαρώσει ο καθένας τη τιμωρία του και αυτομαστιγώνεται.
Εκατό φορές τη μέρα "θα είμαι καλό παιδί" Δεν θα ξανακάνω ζαβολιές.
Μαζί τα φάγαμε και τώρα αναδρομικά θα ξεράσουμε και το γάλα της μάνας μας.
Έτσι γιατί οι κύριοι καθηγητές επιβάλλουν συμμόρφωση και τάξη.
Κι όπως λέει κι ο ποιητής όταν ακούς τάξη.. ανθρώπινο κρέας μυρίζει.

Βλέπετε καφετέριες γεμάτες; Τα μπαράκια; Τις ταβέρνες;
Υπάρχει ένα παλιό ανέκδοτο με το Χότζα και τον αφέντη του.
Του λέει ο αφέντης του τρέχα βάλε φόρους κι έλα να μου πεις.
Πράγματι βάζει και την άλλη μέρα του δίνει αναφορά.
Εχουν αναστατωθεί όλοι αγά μου τι θα κάνουμε;
Βάλε κι άλλους φόρους του λέει κι έλα πάλι.
Αγά μου γίνεται χαμός, φωνάζουν, βρίζουν τι κάνουμε;
Ρίξε κι άλλους φόρους κι έλα να μου πεις.
Αγά μου τώρα έχουν βγάλει κάτι μαχαίρια και τ΄ακονίζουν θα μας σφάξουν.
Τώρα του λέει ρίξε και τα χειρότερα χαράτσια αυτά που ξεπερνάνε κάθε όριο κι έλα να μου πεις.
Γυρνάει ο Χότζας πίσω και του λέει, αγά μου συμβαίνει κάτι πρωτοφανές. Εχουν ησυχάσει όλοι, έχουν γεμίσει τις ταβέρνες, τα μαγαζιά, γελάνε, πίνουν, τραγουδάνε...
Αυτό είναι το χειρότερο λέει ο αγάς. Κατάλαβαν που το πάμε και θα τα φάνε όλα, θα τα κάψουν αλλά εμείς δεν θα πάρουμε άλλο φράγκο. Τώρα αρχίζει ο κίνδυνος.

Ο Έλληνας την πάτησε με το χρηματιστήριο, οι πρώτες κασέλες αδειάσανε, τώρα αδειάζουν και τα ρέστα..
Οσοι κρατιούνται καλά φεύγουν, όσοι μείνουν, σε λίγο καιρό, θα νοιώθουν αυτό ακριβώς που τους θεωρεί το σύστημα. Τίποτα. Ο κανένας.
Ολη αυτή η κίνηση, όλη αυτή η υποταγή ακόμα είναι γιατί ο άλλος θυμάται ακόμα το ονομά του.

Μια σπίθα ν΄ανάψει στο μυαλό της ζόμπιλαντ και θα γίνει ένα γενικευμένο χασάπικο... Κι όποιος επιβιώσει.
Το να γυρίζεις ένα λαό στο μεσαίωνα και να νομίζεις πως όλα θα πάνε καλά είναι γελοίο. Ο άνθρωπος ήταν και θα είναι πάντα το πιο άγριο θηρίο.
Η ταμπέλα του πολιτισμένου κρέμεται επάνω του όσο του δίνεις την ευκαιρία να ονειρεύεται πως είναι κάτι άλλο.
Όσο του δίνεις τα εφόδια να γίνει κάτι άλλο.
Με τη μόρφωση, με την υγεία, με τη τέχνη, με την αίσθηση πως είναι ΑΣΦΑΛΗΣ στη φωλίτσα του.
Αν του τα πάρεις όλα αυτά και τον βάλεις να παίξει σε επίπεδο επιβίωσης ίσως ανακαλύψεις πως ο πολιτισμός δεν πέρασε από πάνω του ούτε μια μέρα...

Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν καίγεται το πορτοφόλι απλά, δεν καίγονται τα παλιόχαρτα. Καίγονται νευρώνες αλύπητα, καίγονται συναισθήματα, όνειρα, ελπίδες, καίγονται όλες οι ασφάλειες...
Κι αργά ή γρήγορα θα έρθει το βραχυκύκλωμα που θα κατεβάσει το γενικό.
Και τότε, πραγματικά θα περάσουμε καλά.
Ονειρεμένα...




https://www.facebook.com/konstantinos.trempelis/posts/10205110477987379?fref=nf

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Η σκοτεινή κοιλάδα



Οι άνθρωποι της σκοτεινής κοιλάδας ζούσαν εκεί πάντα από όσο μπορούσαν να θυμούνται. Δεν τους άρεσε εκεί που ήταν, στο σκοτάδι και στη βρωμιά, και παραπονιόντουσαν πάντα για αυτό. Τους έφταιγαν αυτοί που κυβερνούσαν, η παιδεία, ο διπλανός, ο γείτονας, η μοίρα τους η κακή, υποτάσσονταν ωστόσο και κάναν ότι τους λέγανε γιατί δεν ξέραν κάτι καλύτερο να κάνουν και περιμέναν κάποιον να ‘ρθει να τους λυτρώσει, σαν Βασιλιάς, σαν Μεσσίας, σαν κάποιος ισχυρός που θα κατέβει από τον ουρανό.

Ώσπου κάποιοι αναζητητές κατάφεραν και βρήκαν την έξοδο της κοιλάδας και είδαν καταπράσινα λιβάδια, σπιτάκια μαγικά από κρυστάλλους, δέντρα ζωντανά που μιλούσαν, ανθρώπους αγγελικούς, νεράιδες καλοσυνάτες και φως, πολύ φως και χαρά.

Γυρίσαν και το παν οι αναζητητές στους σκοτεινούς: 
«Παιδιά βρήκαμε αυτό και αυτό, εκεί έξω από τη κοιλάδα» 

- "Χαζαθήκατε τελείως; Δεν υπάρχουν αυτά τα πράγματα και η έξοδος της κοιλάδας δεν υπάρχει, δεν γίνεται να φύγουμε ποτέ από δω….», απάντησαν οι σκοτεινοί. 
– «Μα να, από δω πάει το μονοπάτι, πρέπει να ανέβεις ψηλά, πρέπει να αφήσεις πίσω σου αυτό που ήσουν, να κάνεις ότι καλύτερο μπορείς, αλλά αυτό το μονοπάτι οδηγεί έξω!» -«Αχ, τι πάθατε, μουρλαθήκατε τελείως, τόσες και τόσες γενιές το έχουν ψάξει και δεν το έχουν βρει, δεν υπάρχουν αυτά που λέτε, δεν υπάρχουν και να μας αφήσετε στην ησυχία μας!»

Οι αναζητητές δεν είχαν κάποια απόδειξη βλέπετε πέρα από τα λόγια τους, σεβάστηκαν την επιθυμία των σκοτεινών να συνεχίσουν να μένουν στο σκοτάδι, αλλά από την άλλη έμειναν για να βοηθήσουν κάποιοι να φύγουν. Και όντως δειλά, κάποιοι από τους σκοτεινούς ήρθαν διακριτικά κοντά τους:
 «Δεν πάει άλλο εδώ πέρα, πρέπει να φύγουμε αλλά δεν ξέρουμε το πώς», τους εξηγούσαν λοιπόν οι αναζητητές, αλλά το πρόβλημα με το μονοπάτι ήταν ότι ήταν εσωτερικό και συμβολικό και όχι εξωτερικό, έτσι δεν ήταν εύκολο να το ακολουθήσει κανείς.

- «Θα προσπαθήσουμε μέσα από τις κακουχίες μας να το βρούμε, μπορείτε ωστόσο να μας δώσετε ένα κλειδί για να καταλαβαίνουμε ότι συνεχίζουμε να βαδίζουμε σε αυτό;»

- «Ναι, το μονοπάτι το χαράζετε μόνοι σας, δεν είναι ανάγκη να περνάτε πια από κακουχίες, αφήνοντας τα γνωστά, πάει εκεί που χάνεται ο χρόνος και μένει το τώρα, και εκεί που αισθάνεστε μαζί ζωντανοί, χαρούμενοι και πλήρεις…..»




http://emmkopanakis.blogspot.gr

Ο γιος και ο γέρος πατέρας του







Ένας γιος πήρε τον γέρο πατέρα του και πήγαν σε ένα πολύ σικ εστιατόριο για δείπνο.
Ο πατέρας ήταν πολύ γέρος και αδύναμος. Καθώς έτρωγε, τα φαγητά του πεφταν και λέρωναν το πουκάμισο και το παντελόνι του.
Οι γύρω συνδαιτυμόνες τους έβλεπαν με αποστροφή, ενώ ο γιος του συνέχιζε να τρώει απόλυτα ήρεμος...

Αφού τελείωσε το φαγητό του, ο γιός του τον πήρε στην τουαλέτα και καθάρισε τα υπολείμματα τροφίμων, του καθάρισε τους λεκέδες, του χτένισε τα μαλλιά και του διόρθωσε τα γυαλιά του. 

Όταν βγήκαν από την τουαλέτα όλο το εστιατόριο κοίταζε τον γιό και δεν μπορούσε να κατανοήσει πως ένα τόσο νέος μπορούσε να φέρεται έτσι και να εκτίθεται σε ένα τέτοιο κοινό.

Ο γιος πήρε αγγαζέ τον πατέρα του και στράφηκε πρός την έξοδο.

Εκείνη την στιγμή ένας γέρος μεταξύ των συνδαιτυμόνων φώναξε τον γιο και τον ρώτησε, 
 “Δεν νομίζετε ότι έχετε αφήσει κάτι πίσω;”.



Ο γιος απάντησε: «Όχι, κύριε, δεν έχω αφήσει κάτι”.
Ο γέρος απάντησε, 
“Ναι, έχετε! Αφήσατε ένα μάθημα για κάθε γιό και μία ελπίδα για κάθε πατέρα”.

Σε ολόκληρο το εστιατόριο έπεσε βουβαμάρα.





Λογική - Απανθίσματα


ΑΠΑΝΘΙΣΜΑΤΑ VIII.




Κοίτα τη ζωή σου, οτιδήποτε κάνεις. Αν την αφήσεις, τι θα χαθεί; Τίποτα δεν κερδίζεις μέσα από αυτήν. Ασήμαντα πράγματα, από το πρωί ως το βράδυ. Και τότε κουράζεσαι από αυτά, τότε πας για ύπνο και το πρωί είσαι και πάλι έτοιμος να κάνεις τα ίδια ανούσια πράγματα. Είναι ένας φαύλος κύκλος. Το ένα ανούσιο πράγμα οδηγεί στο άλλο ανούσιο πράγμα. Συνδέονται μεταξύ τους.

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Να ψάχνετε τους "ειδικούς"...


Μια φορά ένας νέος πήγε σε ένα σοφό και του είπε: "Ήρθα για την συμβουλή σου. Βασανίζομαι από σκέψεις ότι είμαι άχρηστος και δεν θέλω πια να ζω. Όλοι μου λένε ότι είμαι αποτυχημένος και χαζός. Σε ικετεύω, αφέντη, βοήθησε με!"

Ο σοφός έριξε μια ματιά στον νέο και απάντησε βιαστικά: "Συγχώρα με αλλά βιάζομαι πολύ. Υπάρχει ένα πολύ επείγον θέμα που πρέπει να ασχοληθώ…" – και σταμάτησε, για ένα λεπτό, σκέφτηκε και πρόσθεσε: "Αλλά αν συμφωνείς να με βοηθήσεις θα σου ανταποδώσω την χάρη."

To ρόδο του Παράκελσου

Στο εργαστήρι του, που έπιανε τα δυο δωμάτια του υπογείου, ο Παράκελσος παρακάλεσε το θεό του, τον ακαθόριστο θεό του, έναν οποιοδήποτε θεό, να του στείλει ένα μαθητή.
Βράδιαζε. Η χλωμή φωτιά του τζακιού έριχνε στον τοίχο ακανόνιστους ίσκιους. Τού ’κανε μεγάλο κόπο να σηκωθεί για ν’ ανάψει τη σιδερένια λάμπα. Ο Παράκελσος, αφηρημένος απ’ την κούραση, λησμόνησε την προσευχή του. 

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Η αλληγορία της άμαξας

ΕΝΑ ΠΡΩΙΝΟ  ακούω στο τηλέφωνο μια γνώριμη φωνή να μου λέει: «Βγες έξω στο δρόμο, υπάρχει ένα δώρο για σένα». Καταχαρούμενος, βγαίνω έξω και βλέπω το δώρο μου. Μια πανέμορφη άμαξα μπροστά στην πόρτα μου, από λουστραρισμένο ξύλο καρυδιάς, με μπρούντζινα χερούλια και φανάρια από λευκή πορσελάνη. Όλα εξαιρετικής ποιότητας, πολύ κομψά, πολύ «chic».

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Έλεγε ο Λάο Τσε*

Για να κυβερνάς το κράτος,
χρειάζεσαι δικαιοσύνη.
Για να κάνεις πόλεμο,
Εξυπνάδα.
Για να επιβληθείς όμως μέσα στην Οικουμένη,
Πρέπει να μην εμποδίζεις
Ότι γίνεται γύρω σου
παρεμβαίνοντας με τον ορθολογισμό σου.

-Και πως το ξέρεις αυτό;
-Να! Βλέπω ότι:
Όσο περισσότερες απαγορεύσεις υπάρχουν στην Οικουμένη,
τόσο εκφυλίζεται ο λαός.
Όσο περισσότερη βία ασκείται πάνω του,
τόσο αναταράζεται η χώρα.
Όσο περισσότεροι
ειδικοί στα οικονομικά υπάρχουν,
τόσο πιο παράξενα πράγματα συμβαίνουν
 
 .
Όσο περισσότεροι
νόμοι και διατάξεις εξαγγέλονται,
τόσο περισσότερους παράνομους βρίσκει κανείς.

Γι αυτό όποιος Γνωρίζει λέει:
Όταν δεν εμποδίζεις
τη δράση σου,
παρεμβαίνοντας με τον ορθολογισμό σου,
ο λαός από μόνος του εξελίσσεται.
Όταν προτιμάς
Την ειρηνική συμπεριφορά,
από μόνος του διορθώνεται.
Όταν δεν εμποδίζεις
Τις βιοποριστικές δραστηριότητές του,
παρεμβαίνοντας με τον ορθολογισμό σου,
από μόνος του έχει άφθονα αγαθά.
Όταν δεν εμποδίζεις
τις επιδιώξεις του,
παρεμβαίνοντας με τον ορθολογισμό σου,
από μόνος του παρουσιάζει
άπειρες δυνατότητες αναμόρφωσης,
όπως το ακατέργαστο ξύλο.



* Ο Λάο Τσε (κινεζικά: 老子, πινγίν: Lǎozǐ, επίσης Lao Tzŭ, Lao Tse ή Laotze) είναι ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της κινέζικης φιλοσοφίας. Σύμφωνα με την κινέζικη παράδοση, έζησε κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. Πολλοί ιστορικοί τοποθετούν τη ζωή του στον 4ο αιώνα π.Χ. την περίοδο δηλαδή των “εκατό σχολών σκέψης” ενώ άλλοι αμφισβητούν την ιστορική του ύπαρξη. Στον Λάο Τσε αποδίδεται η συγγραφή του Ταοϊστικού έργου Τάο Τε Τσινγκ, κάτι που τον καθιέρωσε ως τον ιδρυτή του Ταοϊσμού.
Λίγα είναι γνωστά για τη ζωή του. Ο Λάο Τσε έγινε ένα σημαίνον πρόσωπο για τον κινέζικο πολιτισμό. Σύμφωνα με το μύθο, η μητέρα του τον εγκυμονούσε για 8 ή 80 χρόνια, και όταν γεννήθηκε είχε λευκά μαλλιά. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Λάο Τσε ήταν γηραιότερος σύγχρονος του Κομφούκιου και εργαζόταν στην αυτοκρατορική βιβλιοθήκη της δυναστείας των Ζου. Εκεί και τον συνάντησε τυχαία ή εκ προθέσεως ο Κομφούκιος. Σύμφωνα με την ίδια ιστορία, τους επόμενους μήνες, οι δύο άντρες συζητούσαν περί τύπων και ευπρέπειας, βασικών στοιχείων του Κομφουκιανισμού. Ο Λάο Τσε ερχόταν σε αντίθεση με αυτά καθώς τα θεωρούσε πρακτικές χωρίς ουσία. Τα διδάγματα των Ταοϊστών αναφέρουν ότι οι συζητήσεις αυτές αποδείχθηκαν πιο εποικοδομητικές για τον Κομφούκιο, παρά το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης. (https://el.wikipedia.org/wiki/Λάο_Τσε)



Εκεί που κοιτάς…



Πριν χρόνια έβλεπα τον κόσμο από ψηλά. Πέταγα με τα καινούργια μου φτερά κι ατένιζα περήφανη τον ήλιο.

Έπαιζα με τα σύννεφα και χανόμουν μέσα στα απαλά λευκά τους χρώματα.

Κυνηγούσα το ουράνιο τόξο ψάχνοντας να βρω το τέλος, την αρχή του. Αναζητούσα την πηγή του για να βουτήξω μέσα της και να λουστώ με τα πολύχρωμα νερά της, να αποκτήσω κάτι από την λάμψη του, να μείνω για πάντα εκεί ψηλά να χαίρομαι το ελαφρύ αεράκι να μου χαϊδεύει το πρόσωπο.

Μα όλα τα όνειρα έχουν ένα τέλος.

Το παραμύθι του αμαξά


 - Σύγκριση και δηλητηρίαση 



Ένας «σανγιασίν», —ένας πνευματικός δάσκαλος που περιπλανιόταν μοιράζοντας τη σοφία του, λόγια ανακούφισης και χάδια για την ψυχή—, ταξίδευε από πόλη σε πόλη με μια άμαξα που οδηγούσε ένας αμαξάς. Πάντα η ίδια άμαξα, πάντα ο ίδιος αμαξάς. Κάποια μέρα, στο δρόμο για μια μικροσκοπική πόλη στο εσωτερικό της χώρας, ο δάσκαλος αναστενάζει καταπονημένος, λίγο πιο δυνατά απ’ ό,τι συνήθως. Ο αμαξάς, που έχει μαζί του την οικειότητα που αποκτάς μετά από χρόνια κοινής ζωής, του λέει:

«Τι σου συμβαίνει;»
«Είμαι λίγο κουρασμένος» αποκρίνεται με ειλικρίνεια ο δάσκαλος, καθώς πάνε κάμποσοι μήνες που δεν έχει σταθεί να ξεκουράσει τα κοκαλάκια του.

«Εσύ, κουρασμένος;» του φωνάζει ο αμαξάς «Σα δεν ντρέπεσαι! Είσαι ξεδιάντροπος!

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Οι Κέλτες κατάγονται από τους… Πόντιους


Ιστορικοί και αρχαιολόγοι το υποπτεύονταν και έρχονται πλέον οι γενετιστές να το επιβεβαιώσουν: Οι αρχαίοι Ιρλανδοί, που αποίκησαν το νησί τους και αποτέλεσαν τους προπάτορες του έθνους τους, προέρχονταν από τη Μέση Ανατολή και τον Ποντιακό Καύκασο, φθάνοντας στην Ιρλανδία μετά από μια περιπετειώδη μετανάστευση μέσω της Νότιας Ευρώπης (και της Ελλάδας).
Η καταγωγή των Ιρλανδών -διαφορετική από των αγγλοσαξώνων- εδώ και πολλά χρόνια είναι ένα επίμαχο και πολύπλοκο ζήτημα που προβληματίζει τους επιστήμονες. Οι γενετιστές του Ινστιτούτου Γενετικής Smurfit του Κολλεγίου Τρίνιτι του Δουβλίνου και οι αρχαιολόγοι της Σχολής Γεωγραφίας, Αρχαιολογίας και Παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Κουίνς του Μπέλφαστ, με επικεφαλής τον καθηγητή Νταν Μπράντλεϊ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών (PNAS) των ΗΠΑ, ανέλυσαν για πρώτη φορά τα γονιδιώματα τεσσάρων ατόμων, μιας γυναίκας που ζούσε πριν από 5.200 χρόνια και τριών ανδρών που ζούσαν πριν από 4.000 χρόνια περίπου στην Ιρλανδία.

Η γενετική ανάλυση αποκαλύπτει πως αρχικά υπήρξε μια μαζική μετανάστευση αγροτών της λίθινης εποχής από την «εύφορη ημισέληνο» της Μέσης Ανατολής και αργότερα, την εποχή του Χαλκού, ακολούθησε άλλη μία μετακίνηση από τη νοτιοανατολική Ευρώπη. Οι άποικοι αυτοί αποτέλεσαν την «μαγιά» για τον κελτικό πληθυσμό της Ιρλανδίας. Οι εξ ανατολών «οικονομικοί μετανάστες» δεν ανταγωνίσθηκαν τον τοπικό πληθυσμό των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών (που γρήγορα εξαφανίσθηκαν), αλλά οι ίδιοι έγιναν οι πρώτοι Ιρλανδοί.
Οι αρχικοί μετακινούμενοι αγροτικοί πληθυσμοί από τις Βιβλικές περιοχές, όπου πρωτοεμφανίσθηκε η γεωργία, έφεραν μαζί τους τα ζώα τους, τα δημητριακά, τα κεραμικά, αλλά και τα γονίδια για τα μαύρα μαλλιά και τα καστανά μάτια που έχουν πολλοί σημερινοί Ιρλανδοί (και γι' αυτό μοιάζουν με Έλληνες). Οι επιστήμονες θεωρούν πιο πιθανό ότι, στο μακρύ ταξίδι τους από την Ανατολή έως τις ευρωπαϊκές ακτές του Ατλαντικού, οι πρώτοι μετανάστες πέρασαν από τη Νότια Ευρώπη.
Μετά από αυτούς τους πρώτους αγρότες, ακολούθησε ένα δεύτερο... ποντιακό κύμα αποίκων, από τις στέπες της νότιας Ρωσίας και τη βόρεια ακτή της Μαύρης Θάλασσας, οι οποίοι πλέον γνώριζαν την κατεργασία των μετάλλων, όπως του χρυσού και του χαλκού. Αυτοί μετέφεραν στην Ιρλανδία τα γονίδια για μια σπάνια -πολύ κοινή στη χώρα σήμερα- κληρονομική πάθηση του αίματος, την αιμοχρωμάτωση, καθώς επίσης τα γονίδια για την πέψη του γάλατος (ανθεκτικότητα στη λακτόζη) και τα γαλανά μάτια (που έχουν μερικοί σημερινοί Ιρλανδοί), αλλά πιθανώς και τη γλώσσα που κατόπιν εξελίχθηκε στα ιρλανδικά.


http://www.amna.gr

ΔΕΝ συμβαίνουν όλα για κάποιο λόγο

Οι μαγικές λέξεις που πρέπει να πείτε, όταν όλα πάνε στραβά.





Ο Tim Laurence, είχε γράψει ένα πολύ διεισδυτικό άρθρο, στο οποίο πραγματευόταν το κατά πόσον είναι δυνατό να βοηθήσουμε κάποιον, τον οποίο θρηνεί. Υποστηρίζει, ότι πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί με αυτά που λέμε σε έναν άνθρωπο, ο οποίος βιώνει μια προσωπική και δυσβάσταχτη απώλεια. Είναι προτιμότερο να μην πούμε τίποτα από το να πούμε κάποιες τυπικές φράσεις, που μπορεί να πληγώσουν περισσότερο.

Μια μαγική ευχή …



- «Άγγελε, το ξέρω ότι δεν είσαι οικονομολόγος, και ότι λες παράξενα λόγια, αλλά πες μου, την άποψή σου, εεεεε με κατανοητά πράγματα, χωρίς αερολογίες, για το οικονομικό ζήτημα που μας καίει όλους μας, γιατί βλέπεις, το χρήμα είναι που κάνει και τη Γη να γυρίζει.»

Θέλω



Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις.
Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές.
Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις.
Θέλω τη βοήθειά σου, κι όχι ν’ αποφασίζεις για μένα.
Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις.
Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σε μένα.
Θέλω να με αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ.
Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις.
Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι.
Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα.
Θέλω να πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις.
Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν.
Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις.
Θέλω να ξέρεις πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου ..
Χωρίς όρους..

Χόρχε Μπουκάϊ

Ο μικρός Χριστός

csendesmagnyomba
Μια φορά και έναν καιρό, τη νύχτα της Παραμονής των Χριστουγέννων, ένα μικρό παιδάκι περιπλανιόταν ολομόναχο στους δρόμους μιας μεγάλης πόλης. Ένα σωρό άνθρωποι, κρατώντας στα χέρια τους δώρα, βιάζονταν να γυρίσουν στο σπίτι τους και στους δικούς τους, καθώς πλησίαζε η μέρα των Χριστουγέννων.