Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Ένας μύθος της ανατολής

russian-tales
Σε μέρες περασμένες, σε μια μικρή αλλά οικονομικά ανθηρή πόλη, ζούσε ένας έμπορος που εμπορευόταν χαλιά, ελεφαντόδοντο, μπαχαρικά και ροδέλαιο. Η εξυπνάδα, η ευγένεια, η ευσέβεια και η ακεραιότητά του αλλά και ο άψογος τρόπος που διαχειριζόταν τις δουλειές του, του εξασφάλιζαν την γενική εμπιστοσύνη και εκτίμηση.
Κάποια μέρα εμφανίστηκε μια ευκαιρία για να αποκτήσει ένα μεγάλο φορτίο σκόνης χρυσού σε χαμηλή τιμή και να την μεταπωλήσει με κέρδος τόσο ψηλό που θα τριπλασίαζε την περιουσία του. Για να συγκεντρώσει όμως το ποσό που χρειαζόταν, έπρεπε να συμβάλει όχι μόνο όλα του τα χρήματα αλλά να δανειστεί κι επιπλέον να πουλήσει όλα του τα εμπορεύματα σε τιμές ευκαιρίας. Αφού μέτρησε προσεκτικά τα υπέρ και τα κατά, είδε οτι η συμφωνία ήταν επικερδής και η μόνη περίπτωση για να αποτύχει θα ήταν αν η Μοίρα στρεφόταν εναντίον του· οπότε αποφάσισε να διακινδυνεύσει όλη την περιουσία και την τύχη του στην αποστολή.
Μέσα σε μια βδομάδα έκανε όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες, χωρίς να αποκαλύψει σε κανένα μέλος τού σπιτικού του το μυστικό, όπως αρμόζει σ’ έναν οξυδερκή και προσεκτικό άνθρωπο. Τις μικρές ώρες τής νύχτας της Πέμπτης-μια ευοίωνη ώρα για όλες τις επιχειρήσεις του-είπε στον μεγαλύτερο γιό του. «Σέλωσε την φοράδα για σένα και το μουλάρι για μένα.»

Φιλία και Φιλικότητα



Ποιά είναι η πραγματική, αυθεντική φιλικότητα;

H ερώτηση που έχεις κάνει είναι πολύ περίπλοκη. Θα χρειαστεί να καταλάβεις μερικά άλλα πράγματα πριν μπορέσεις να καταλάβεις ποια είναι η πραγματική αυθεντική φιλικότητα. 
Πρώτα είναι η φιλία. 
Φιλία είναι αγάπη χωρίς καμιά βιολογική απόχρωση μέσα της. Δεν είναι η φιλία που καταλαβαίνεις συνήθως το αγόρι σου, το κορίτσι σου. Αν χρησιμοποιείς τη λέξη φίλος με οποιοδήποτε τρόπο που να σχετίζεται με τη βιολογία είναι καθαρή βλακεία. Πρόκειται για πάθιασμα και για τρέλα. Σε χρησιμοποιεί η βιολογία για αναπαραγωγικούς σκοπούς. Αν νομίζεις ότι είσαι ερωτευμένος, κάνεις λάθος, πρόκειται απλώς για ορμονική έλξη. Η χημεία σου μπορεί να αλλάξει και ο έρωτάς σου να εξαφανιστεί. Απλώς μια ένεση ορμονών και ο άνδρας μπορεί να γίνει γυναίκα και η γυναίκα να γίνει άνδρας. 
Φιλία σημαίνει αγάπη χωρίς βιολογικές αποχρώσεις. 

Αλάτι, νερό και η λίμνη




Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας σοφός γέροντας δάσκαλος. Είχε βαρεθεί να ακούει τον μαθητή του να παραπονιέται συνεχώς έτσι μια μέρα αποφάσισε να τον στείλει να του φέρει λίγο αλάτι.
Όταν εκείνος γύρισε πίσω, ο δάσκαλός του είπε να ρίξει μια γερή δόση σε ένα ποτήρι και μετά να το πιει.

«Τι γεύση έχει;» ρώτησε ο δάσκαλος.


«Πικρή» είπε ο μαθητής.


Τότε ο δάσκαλος είπε στο νεαρό να πάρει άλλη μια χούφτα αλάτι και μετά να το ρίξει στην κοντινότερη λίμνη. Ο μαθητής έκανε ότι του είπε. Έπειτα ο δάσκαλος του είπε να το δοκιμάσει πίνοντας από το νερό της λίμνης και τον ξαναρώτησε τι γεύση έχει.


«Γεύση φρεσκάδας» απάντησε ο μαθητής.


«Το αλάτι το ένιωσες καθόλου;» ρώτησε ο δάσκαλος.


«Όχι» απάντησε ο νέος.


Στο σημείο αυτό ο δάσκαλος έπιασε τα χέρια του μαθητή και του είπε:


«Ο πόνος στη ζωή μας είναι σαν το καθαρό αλάτι.Η ποσότητα του πόνου παραμένει η ίδια.Όμως η ποσότητα της πίκρας που δοκιμάζουμε, εξαρτάται κάθε φορά από το δοχείο μέσα στο οποίο βάζουμε τον πόνο.


Έτσι, το μόνο πράγμα που έχεις να κάνεις όταν υποφέρεις είναι να διευρύνεις την αίσθηση των πραγμάτων…

Πάψε να είσαι το ποτήρι.
Γίνε η λίμνη!»
Όλοι έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι ο δικός μας πόνος πονάει πιο πολύ. Κι όταν πονάμε γινόμαστε ακόμα περισσότερο το κέντρο του κόσμου. Ο εγωισμός αυξάνεται πόσο μάλλον όταν είναι και δικαιολογημένος… Αυτό και μόνο του επιτρέπει να βγει έξω να διαδηλώσει με σημαίες και με ταμπούρλα….

Και ποιο το αποτέλεσμα;

Ο πόνος αυξάνεται διότι ως γνωστόν σε ότι εστιαζόμαστε δε συρρικνώνεται αλλά μεγεθύνεται. Όσο μικρότερο το ποτήρι, τόσο μεγαλύτερος ο πόνος. Όσο πιο κοντινή η απόσταση απ’ όπου τον βιώνουμε, τόσο πιο απέραντος μοιάζει.

Αν όμως βυθίσουμε τον πόνο μας στη απύθμενη λίμνη του πανανθρώπινου πόνου και μετά κοιτάξουμε τη λίμνη από το απέναντι βουνό θα συνεχίσει να έχει την ίδια ένταση, την ίδια σημαντικότητα και το ίδιο βάθος;


Μια δοκιμή θα μας πείσει.



http://christoskokkinos.blogspot.gr

Η μοναχικότητα μοιράζεται. Η μοναξιά όχι.




Πριν μερικά χρόνια βρέθηκα να παρακολουθώ μια ταινία σε κινηματογράφο, έχοντας
πάει μόνη. Είχε αρκετό κόσμο και περίμενα ότι θα χανόμουν μέσα στο πλήθος.
Αλλά με το που μπήκα στην αίθουσα ένιωσα πως όλοι με κοίταζαν κάπως περίεργα.
Ακόμα και ο υπάλληλος στο ταμείο. Όλοι ήταν με την παρέα τους και εγώ έψαχνα
τριγύρω μήπως κάποιος ακόμα είχε την ίδια φαεινή ιδέα με εμένα να έρθει μόνος του
στην προβολή.
Μπορεί να ήταν όμως η ιδέα μου καθώς αισθανόμουν και εγώ αρκετά περίεργα που πήγα
μόνη μου σινεμά –πρώτη φορά βλέπετε.
Από τότε έχει επαναληφθεί αρκετές φορές.
Κάποιες φορές μόνη στο σινεμά.
Άλλες φορές μόνη για καφέ.
Μια φορά μόνη και σε διακοπές.
Παντού τα ίδια βλέμματα απορίας. Μα γιατί ο κόσμος απορεί τόσο όταν κάποιος είναι
μόνος του; Γιατί το βλέμμα του, εκτός από απορία, έχει και οίκτο;

Δεν απορούμε το ίδιο όταν κάποιος είναι με κόσμο αλλά κλείνεται μέσα στον μικρόκοσμο
του κινητού του, του υπολογιστή ή της τηλεόρασης. Δε νιώθουμε οίκτο για κάποιον που
έχει μεν παρέα, αλλά δε θέλει να έχει τη συγκεκριμένη παρέα. Προτιμάμε να
συμβιβαζόμαστε με αυτόν που είναι δίπλα μας, από το να έχουμε το θάρρος να σταθούμε
μόνοι μας απέναντι σε κάθε περίσταση. Επιλέγουμε ανούσιες στιγμές με άλλους και
από την άλλη φοβόμαστε ουσιαστικές στιγμές με τον εαυτό μας.
Ο καθένας προφανώς έχει τους λόγους του.
Ίσως ο λόγος να είναι ένας: ο φόβος της μοναξιάς.

Πρόσφατα βρέθηκα ξανά σε έναν θερινό κινηματογράφο. Δεν είχε πολύ κόσμο.
Περασμένες έντεκα. Ήμασταν πέντε άτομα όλα κι όλα. Και ο καθένας μας είχε έρθει μόνος του. Κοίταξα γύρω μου και μια έντονα θετική αύρα με πλημμύρισε.
Αλληλοκοιταχτήκαμε και αλληλοστηριχτήκαμε. Ήταν σα να λέγαμε με κλειστό στόμα:
-Ε ναι, επιτέλους, είναι η δική μας ώρα. Η ώρα να γιορτάσουμε την παρέα με τον εαυτό μας.

Σα να θέλαμε να θέσουμε τα όριά μας αλλά και σαν καταλαβαίναμε από μόνοι μας ότι
οι άλλοι έχουν όρια που οφείλουμε να σεβαστούμε, καθίσαμε ο καθένας μας σε άλλη
πλευρά του χώρου, ο ένας μακριά από τον άλλον.
Ήταν η δική μας ώρα.
Και επιτέλους είχαμε κάποιους τριγύρω που το συμμερίζονταν.
Γελάσαμε πολύ. Συγκινηθήκαμε πολύ. Αλλά περισσότερο συμπονέσαμε ο ένας τον άλλον.

Στη διάρκεια της προβολής κοιταζόμασταν και μοιραζόμασταν τα ίδια συναισθήματα.
Φεύγοντας από εκεί ένιωθα πιο δυνατή. Είχα μαζί μου την ενέργεια πέντε ανθρώπων. Ανθρώπων που άντεχαν τη μοναχικότητα του εαυτού τους και μπορούσαν να την μοιραστούν.
Το να είσαι μόνος σου δε σημαίνει πως νιώθεις και μόνος.
Γιατί όπως καταλαβαίνετε, η μοναχικότητα μοιράζεται, η μοναξιά όχι.


Ίσως η αίσθηση του «ανήκειν» και η συντροφικότητα θα έπρεπε να περνάνε αναγκαστικά
από τη μοναχικότητα.
Ίσως να αξίζει να αφήνεις τη μοναχικότητά σου όταν ο άλλος σου προσφέρει πραγματική συντροφιά. Όταν υπάρχει πραγματική «συνάντηση».
Ή ίσως να αξίζει μέσα από τη μοναχικότητα να ανακαλύψεις τον εαυτό σου, πριν συναντήσεις τον άλλον, τον οποιονδήποτε άλλον.
Η μοναχικότητα είναι η παρουσία του εαυτού.
Η μοναχικότητα είναι πολύ θετική, είναι αληθινή ελευθερία.
Είναι μια παρουσία που ξεχειλίζει.
(Όσσο)


Γράφει η ψυχολόγος Ματίνα Σταθάκη


http://www.thinkingpeople.gr

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

«Το παιδί και το δελφίνι»… και άλλες ιστορίες ανείπωτης φρίκης

 Τούτη η ιστορία θα σου φανεί απίστευτη, γιατί μοιάζει με παραμύθι, είναι όμως πέρα για πέρα αληθινή. Μας τη διηγείται ο Πλίνιος, ένας μεγάλος σοφός που ασχολήθηκε κοντά στ΄ άλλα και με το βίο των ζώων.
"Μια φορά, λέει, στη λιμνοθάλασσα του Λοκρίνου, που ανήκε τότε την επαρχία της αρχαίας Ιταλικής Καμπανίας, ζούσαν πολλά δελφίνια. Ένα από αυτά πλησίασε μια μέρα στην ακροθαλασσιά, όπου καθόταν και ξεκουραζόταν ένα μικρό αγόρι. Το αγόρι αυτό γύριζε από το σχολείο του που βρισκόταν από την άλλη πλευρά της λιμνοθάλασσας, σε μια μικρή πόλη. Καθώς λοιπόν ήταν κουρασμένο από το δρόμο, κάθισε στην ακρολιμνιά να ξαποστάσει και ο καθαρός αέρας του άνοιξε την όρεξη. Θυμήθηκε πως του είχε περισσέψει λίγο ψωμί από το πρωινό του και κάθισε να το φάει. Ξαφνικά είδε το δελφίνι. Είχε βγάλει το κεφάλι του από τη θάλασσα και κοίταζε το παιδί τρυφερά με τα μικρά ολοστρόγγυλα μάτια του. το αγοράκι, για να παίξει, του πέταξε λίγο ψωμί κι εκείνο άνοιξε το στόμα του και το κατάπιε. 

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Μοίρα μου






Μοίρα μου, μάτια ματωμένα κοιτούν τρομαγμένα πίσω από δυο σπασμένα δάχτυλα
και κρατούν τη ζωή σφιχτά, και ας πονούν....
Χείλια στεγνά, βρώμικα, που τα ξεπλένουν λίγα δάκρυα
χείλια που μόνο αναφιλητά ξεβράζουν
αναφιλητά που φέρνουν τον ήχο της τελευταίας ελπίδας.
Σιχαμενε ήχε, στο σκοινί με τη ζωή μου αγκαλιά να ακροβατώ και συ να σιγοπαίζεις και να μη σταματάς...
Γεμάτη ζωή , τι ειρωνεία!
Κορμί που τρεμοσβήνει από την πλάνη σου... την πλάνη εκείνων....
Δίπλα σε ένα ερείπιο, ακουμπισμένος σε μια ξεφλουδισμένη γωνία κοιτάς γύρω σου
Ένα κόκκινο δάκρυ κυλά στο λαιμό σου και εγώ νιώθω τόσο ανάξια τόσο τιποτένια γιατί άφησα τα τέρατα να σε πειράξουν....
Στα όνειρα σου όλα χτες ήταν γεμάτα λουλούδια και τώρα...
σε κοιτώ να ανασαίνεις βαθιά
σαν να 'θελες να ρουφήξεις τη ζωή που σου πήραν....
Ήσουν εσύ, εσύ που με τις λιγοστές σου δυνάμεις
ζωγράφισες έναν ήλιο....
Έναν ήλιο που δε θα ξαναδείς ποτέ ή που, συμφορά μου δεν είδες ποτέ.... ΕΛΕΥΘΕΡΟ
"Κρατήσου ζωή μου, σφίξε τα λερωμένα χέρια σου από το ξένο αίμα
και πλησίασε εκεί..."
Όχι ! Μη σηκώνεις τα χέρια... πονάς... το νιώθω
θες να αγγίξεις εκείνο τ' αστέρι... το ίδιο που κοίταξες χτες....
Πόσο γρήγορα αλλάζει το όνειρο....
πόσο γρήγορα γίνεσαι ίσκιος στη δική σου ζωή....
Είσαι εκεί λουλούδι μου στο χωμάτινο μαύρο στρώμα σου...
πνέοντας την αηδιαστική μυρωδιά του θανάτου....
Υπόσχομαι καημέ μου να μη σ' αφήσω ποτέ μ' αδειανά χέρια
θα γίνω μάνα για σένα, όνειρο και ελπίδα
φως στο σκοτάδι του κάθε αναστεναγμού σου
πνοή στη πνοή σου
βλέμμα στην πικρή σου ματιά....
Κρυμμένε μου πόθε, μικρή μου αυγή
σε κρατώ στην αγκαλιά μου το νιώθεις;
Γλυκέ μου άγγελε, κρύα μου χέρια... ζεστή μου καρδιά....
Μη σταματάς να κοιτάς εκείνο τ' αστέρι... το δικό μας αστέρι
Όχι πνοή μου μη κλαις, είμαι εγώ τώρα εδώ.
Ο πόνος φριχτός μα σε παρακαλώ... ζήσε
Κοιτάς πλάι ζωή μου και ένα άσπρο δάκρυσαν τη ψυχή σου
πέφτει στο σκαμμένο χώμα από τις σφαίρες....
Μικρό μου όνειρο χαμογελάς...
πόσο ζωή μου δίνεις... τι ειρωνεία...
Και έτσι καθώς ζεις την αυγή μιας ελπίδας
το φως της καθάριας σου ψυχής
σβήνει για πάντα από τα μεγάλα, τρομαγμένα
βελούδινα μάτια σου....

Μη κλαις λαχτάρα μου... ψυχή είσαι πια
σε κείνο τ' αστέρι ... δίχως όνειρα αχνά
Ουράνιο τόξο είσαι πληγή μου... λουλούδι σε κάτασπρο χώμα
ντυμένος μ' αγάπη και της αιώνιας νιότης το χρώμα....



Αφιερωμένο σ' όλα τα παιδιά του πολέμου... σ' όλες αυτές τις ψυχές που μας δίνουν το φως μας... το φως στην ψυχή μας 
και που κάποιοι βάλθηκαν να μας "τυφλώσουν".... να τυφλώσουν την καρδιά και το μυαλό μας!
Δήμητρα

http://hamomilaki.blogspot.gr

Ο βασιλιάς, τα παγώνια οι φασιανοί και ο κόκορας

Ο Κροίσος ήταν πολύ στεναχωρημένος τον τελευταίο καιρό. Ενώ ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, ενώ ήταν βασιλιάς της Λυδίας και είχε δύναμη μεγάλη, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Καλά-καλά ούτε που κοιμόταν τις νύχτες. Συνέχεια σκεφτόταν πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει ένας άνθρωπος στον κόσμο, που να μη θαυμάζει τα πλούτη και τη δύναμή του.

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Σόλωνας, ο σοφός Αθηναίος νομοθέτης, που εδώ και δυο μήνες ήταν φιλοξενούμενος στο λαμπρό του παλάτι.
Την προηγούμενη βδομάδα τον είχε πάει να δει τους αμέτρητους θησαυρούς του και τον στρατό του και τον ρώτησε:
- - Έχεις δει, σοφέ Σόλωνα, πιο πλούσιο άνθρωπο και πιο δυνατό από μένα; Έχεις γνωρίσει στη ζωή σου κάποιον πιο ευτυχισμένο;
Ο Σόλωνας, χωρίς να διστάσει καθόλου του απάντησε:
- - «Μηδένα πρό του τέλους μακάριζε», δηλαδή κανέναν άνθρωπο να μη θεωρείς ευτυχισμένο, πριν να δεις το τέλος του.