Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Η Μικρασιατική Καταστροφή όπως την έζησε και την κατέγραψε ο Έρνεστ Χεμινγουέϊ


 «Το χειρότερο ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά. Δεν μπορούσαμε να τις  πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους. Είχαν τα παιδιά τους νεκρά  ακόμα και έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Τελικά, έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία».
Με τα παραπάνω λόγια κάποιος ήρωας του Χεμινγουέι, αξιωματικός πολεμικού πλοίου των ΗΠΑ αγκυροβολημένου στη Σμύρνη, περιγράφει τη μεγάλη καταστροφή.
Το απόσπασμα είναι από το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που εξέδωσε ο αμερικανός συγγραφέας το 1925 μόλις 26 χρονών τότε και με το οποίο άρχισε να αποκτά παγκόσμια φήμη. Πρόκειται για τη συλλογή διηγημάτων του «Στην εποχή μας» (In Our Times), όπου το πρώτο του διήγημα -ουσιαστικά ο πρόλογος του βιβλίου- έχει τον τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης».

Αν και διήγημα, ο συγγραφέας δεν γράφει από απλή φαντασία. Μόλις πριν τρία χρόνια ως πολεμικός ανταποκριτής της καναδικής εφημερίδας "Toronto Star" ο Χεμινγουέι είχε βρεθεί ως αυτόπτης μάρτυς στον τόπο της καταστροφής και την είχε περιγράψει σε μια σειρά άρθρων του που εκδόθηκαν το 1985 σε βιβλίο με τον τίτλο: «Dateline: Toronto».
Ως ανταποκριτής της εφημερίδας είχε ταξιδέψει από το Παρίσι στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα μέρη της Τουρκίας στέλνοντας κατά την πορεία του τα άρθρα του στην καναδική εφημερίδα. Στην έκδοση της 20ής Οκτωβρίου 1922 γράφει:
«Ο άντρας σκεπάζει με μια κουβέρτα την ετοιμόγενη γυναίκα του πάνω στον αραμπά για την προφυλάξει από τη βροχή. Εκείνη είναι το μόνο πρόσωπο που βγάζει κάποιους ήχους -από τους πόνους της γέννας. Η μικρή κόρη τους την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα και η πομπή προχωρά. Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει αυτό το γράμμα να φτάσει στο Τορόντο, αλλά όταν εσείς οι αναγνώστες της Σταρ το διαβάσετε να είστε σίγουροι ότι η ίδια τρομακτική, βάναυση πορεία ενός λαού που ξεριζώθηκε από τον τόπο του θα συνεχίζει να  τρεκλίζει στον ατέλειωτο λασπωμένο δρόμο προς τη Μακεδονία».
Τα λόγια αυτά δεν είναι γραμμένα από κάποιον που πρώτη φορά αντικρίζει τη φρίκη του πολέμου. Ο νεαρός Χεμινγουέι είχε ζητήσει να καταταγεί ως εθελοντής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν έγινε δεκτός λόγω της κακής όρασής του. Αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει εθελοντής νοσοκόμος, να τραυματισθεί σοβαρά δυο φορές στην Αυστρία και τελικά να αποσυρθεί αφού τιμήθηκε με το βραβείο ανδρείας -κι αυτά πριν βρεθεί στην Τουρκία ως πολεμικός ανταποκριτής της Toronto Star μόλις 23 χρονών.
Μέσα από το λογοτεχνικό του ταλέντο, που φανερώθηκε στα επόμενα χρόνια, ο συγγραφέας δίνει συγκλονιστικές περιγραφές μιας περιόδου που έχει σημαδέψει την ψυχή του Νεοέλληνα, μ' όλο που κοντεύει να περάσει σχεδόν ένας αιώνας από τότε:
«Είχαμε ρητές εντολές να μην επέμβουμε, να μη βοηθήσουμε. Το πλοίο μας είχε τόση δύναμη που θα μπορούσαμε να βομβαρδίσουμε όλη τη Σμύρνη και να σταματήσουμε το μακελειό, αλλά η εντολή ήταν να μην κάνουμε τίποτα. Το παράξενο ήταν, είπε (ο υποτιθέμενος αξιωματικός του αμερικάνικου πολεμικού που διηγείται την ιστορία) πώς ούρλιαζαν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν αυτή την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι κι αυτές στην προκυμαία και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Στρέφαμε επάνω τους προβολείς και αυτές τότε σταματούσαν»...

Ο Χεμινγουέι ως πολεμικός ανταποκριτής είναι πιο σαφής. Ξέρει ότι 1.250.000 Έλληνες διώχτηκαν από τα σπίτια τους με την ανταλλαγή των πληθυσμών: «Ό,τι και να πει κανείς για το πρόβλημα των προσφύγων στην Ελλάδα δεν πρόκειται να είναι υπερβολή. Ένα φτωχό κράτος με μόλις 4 εκατομμύρια πληθυσμό πρέπει να φροντίσει για άλλο ένα τρίτο των κατοίκων. Και τα σπίτια που άφησαν οι μουσουλμάνοι που έφυγαν δεν επαρκούν σε τίποτα, χώρια η διαφορά στο επίπεδο κουλτούρας που είχαν συνηθίσει οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη».
Σε μιαν άλλη ανταπόκρισή του στη «Σταρ» γράφει: «Βρίσκομαι σε ένα άνετο τρένο, αλλά με τη φρίκη της εκκένωσης της Θράκης όλα μου φαίνονται απίστευτα. Έστειλα τηλεγράφημα στη «Σταρ» από την Αδριανούπολη. Δεν χρειάζεται να το επαναλάβω. Η εκκένωση συνεχίζεται. Στην άκρη του λασπόδρομου έβλεπα την ατέλειωτη πορεία της

ανθρωποθάλασσας να κινείται αργά στην Αδριανούπολη και μετά να χωρίζεται σ' αυτούς που πήγαιναν στη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία. Δεν μπορούσα να βγάλω από το νου μου τους άμοιρους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πομπή, γιατί είχα δει τρομερά πράγματα σε μια μόνο μέρα. Η ξενοδόχισσα προσπάθησε να με παρηγορήσει με μια τρομερή τούρκικη παροιμία:
«Δε φταίει μόνο το τσεκούρι, φταίει και το δέντρο».  

(Toronto Star, 14 Νοεμβρίου 1922).

Κραυγές & Ψίθυροι

Μια μέρα, ένας σοφός Ινδιάνος έκανε την παρακάτω ερώτηση στους μαθητές του:
-"Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;"
–"Γιατί χάνουν την ηρεμία τους" απάντησε ο ένας.
-"Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν παρότι ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους;" ξαναρωτά ο σοφός.
-"Ξεφωνίζουμε, όταν θέλουμε να μας ακούσει ο άλλος"... είπε ένας άλλος μαθητής.
 Και ο δάσκαλος επανήλθε στην ερώτηση:
"Μα τότε δεν είναι δυνατόν να του μιλήσει με χαμηλή φωνή; 
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά.. καμμιά δεν ικανοποίησε τον δάσκαλο..

"Ξέρετε γιατί ουρλιάζουμε κυριολεκτικά όταν είμαστε θυμωμένοι; 
Γιατί όταν θυμώνουν δυό άνθρωποι, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ.. και για να μπορέσει ο ένας να ακούσει τον άλλο θα πρέπει να φωνάξει δυνατά, για να καλύψει την απόσταση.. Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιό δυνατά θα πρέπει να φωνάξουν για ν'ακουστούν.
Ενώ αντίθετα τι συμβαίνει όταν είναι ερωτευμένοι; Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνήσουν, κάθε άλλο, μιλούν σιγανά και τρυφερά.. Γιατί;
Επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές είναι τόσο κοντά που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν... παρά μονάχα ψιθυρίζουν. Και όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχθούν.
Έτσι συμβαίνει όταν δυό άνθρωποι που αγαπιούνται πλησιάζουν ο ένας προς τον άλλον. Στο τέλος ο Σοφός είπε συμπερασματικά: 

"Όταν συζητάτε μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μην λέτε λόγια που σας απομακρύνουν, γιατί θα φτάσει μια μέρα που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη που δεν θα βρίσκουν πια τα λόγια σας το δρόμο του γυρισμού"

Το Δέντρο των Φίλων....



Υπάρχουν άνθρωποι στη ζωή μας που μας κάνουν ευτυχισμένους χάρη στην απλή σύμπτωση να συναντηθούν τα μονοπάτια μας. 
Κάποιους τους έχουμε σε όλη τη διαδρομή στο πλάι μας, βλέποντας πολλά φεγγάρια να περνάνε, ενώ κάποιους τους βλέπουμε ελάχιστα μεταξύ δύο βημάτων. Όλους τους ονομάζουμε φίλους και υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη αυτών.
Ίσως το φύλλο κάθε δέντρου να χαρακτηρίζει τους φίλους μας. 

Το πρώτο που ξεπροβάλλει είναι ο πατέρας και η μητέρα μας, μάς δείχνουν τι είναι η ζωή. Στη συνέχεια έρχονται οι αδελφικοί φίλοι με τους οποίους μοιραζόμαστε το χώρο μας, για να ανθίσουν και αυτοί όπως κι εμείς.


Καταλήγουμε να αναγνωρίσουμε σε ολόκληρη την οικογένεια φύλλων αυτούς που σεβόμαστε και επιθυμούμε το καλό τους. 


Επιπλέον, η μοίρα μάς φέρνει και άλλους φίλους, αυτούς που δεν γνωρίζαμε ότι επρόκειτο να διασχίσουν το δρόμο μας. Πολλούς από αυτούς τους ορίζουμε ως αδερφές ψυχές, φίλους καρδιακούς. Είναι ειλικρινείς, είναι αληθινοί. Ξέρουν πότε δεν είμαστε καλά, ξέρουν τι μας κάνει ευτυχισμένους. Και, μερικές φορές, κάποια από αυτές τις αδερφές ψυχές αναφλέγεται μέσα στην καρδιά μας και τότε γίνεται ερωτικά εμπνευσμένος φίλος. Αυτός δίνει λάμψη στα μάτια μας, μουσική στα χείλη μας, φτερά στα πόδια μας, πεταλούδες στο στομάχι μας…

Υπάρχουν επίσης οι περιστασιακοί φίλοι, αυτοί που γνωρίζουμε σε κάποιες διακοπές, ή για λίγες μέρες ή ώρες. Αυτοί συνήθως στολίζουν το πρόσωπό μας με πολλά χαμόγελα για όσο καιρό είμαστε κοντά τους. 

Μιλώντας για κοντά, δεν θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε τους μακρινούς μας φίλους, εκείνους που είναι στην άκρη των κλαδιών και όταν ο άνεμος φυσάει εμφανίζονται πάντα μεταξύ του ενός φύλλου και του άλλου. 

Περνάει ο καιρός, το καλοκαίρι φεύγει, πλησιάζει το φθινόπωρο και χάνουμε κάποια από τα φύλλα μας - μερικά γεννιούνται σε άλλο καλοκαίρι, και μερικά παραμένουν για πολλές εποχές.
Αλλά αυτό που μας κάνει πιο ευτυχισμένους είναι η συνειδητοποίηση ότι τα φύλλα που έπεσαν συνεχίζουν να είναι κοντά μας, να τρέφουν τις ρίζες μας με χαρά. Είναι αναμνήσεις εκπληκτικών στιγμών που διασχίσανε το μονοπάτι μας. 


Σας εύχομαι, φύλλα του δέντρου μου, ειρήνη, αγάπη, υγεία, τύχη και ευημερία. Σήμερα και πάντα …γιατί απλά κάθε πρόσωπο που έρχεται στη ζωή μας είναι μοναδικό. Πάντα αφήνει κάτι από τον εαυτό του και παίρνει ένα κομμάτι από εμάς. 

Θα υπάρξουν και εκείνοι που μας πήραν πολλά, αλλά δε θα υπάρξουν αυτοί που δεν μας άφησαν τίποτα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ευθύνη της ζωής μας και η πιο προφανής απόδειξη ότι δύο ψυχές δε συναντιούνται τυχαία......




Χόρχε Λουίς Μπόρχες