Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Λίγο πριν την ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ, σε έναν καφενέ στην Σαμψούντα…

Σαμψουντα 

Οι θαμώνες του παραλιακού καφενείου του Σουκρή αγά, χαμένοι μέσα στους καπνούς των τσιγάρων και των ναργιλέδων, άκουγαν με προσοχή το γραμμόφωνο που σκορπούσε τους ήχους ενός μελαγχολικού αμανέ στο μισοσκόταδο. Καθισμένοι παρέες – παρέες γύρω στα ξύλινα τραπέζια, ρουφούσαν την υγρή νικοτίνη και βούλιαζαν σε μια ναρκωτική και απόκοσμη ρέμβη. Κάπου – κάπου άλλαζαν καμμιά κουβέντα συναμεταξύ τους, ή έσκυβαν ο ένας στο αυτί του άλλου, για να πουν κανένα χοντρό αστείο και να ξεσπάσουν μετά σε πνιχτά γέλια, που έμοιαζαν με φωνές κρωκτικών πουλιών σ’ έρημο δάσος.