Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Ποντιακοί χοροί και λύρα

Ποντιακή λύρα
Η λύρα των Ποντίων (κεμεντζές) έχει μακρόστενο ηχείο (μήκος περίπου 50-60 cm και πλάτος στο μέσο περίπου 6-8 cm), διαθέτει τρεις χορδές (παλαιότερα μετάξινες ή εντέρινες, σήμερα από μέταλλο ή πλαστική ύλη), κουρδίζεται κατά τέταρτες καθαρές και παίζεται με καμπυλωτά δοξάρια. Κατασκευάζεται από διάφορα ξύλα (μουριά, αχλαδιά, καρυδιά κ.α.). Είναι επίσης διαδεδομένη στους Τούρκους της περιοχής του Πόντου, στους Γεωργιανούς (Καύκασος) και σε ορισμένες περιοχές της Μικράς Ασίας (Καππαδοκία). Ο κεμεντζετζής πατάει με τα ίδια δάκτυλα συγχρόνως και τη διπλανή χορδή όταν παίζει μια μελωδία. Έτσι αυτή συνοδεύεται από μια τέταρτη χαμηλότερα. Η πρωτόγονη αυτή αντιστικτική συνοδεία δεν αλλοιώνει το μονοφωνικό χαρακτήρα της ποντιακής λύρας και, γενικότερα, της ποντιακής μουσικής. Η ποντιακή λύρα παίζεται μόνη της, χωρίς συνοδεία άλλου οργάνου. Για λόγους ακουστικής, παίζουν δύο ή και τρεις λύρες μαζί, όταν συνοδεύουν χορούς σε πολυάριθμα γλέντια ή πανηγύρια.
Στην οικογένεια της λύρας του Πόντου ανήκουν δύο άλλοι τύποι: η λύρα της Καππαδοκίας (μεσαίου μεγέθους - περίπου 10-12 cm - και μεγαλύτερη από τη λύρα του Πόντου) και ο κεμανές, που παιζόταν επίσης στην Καππαδοκία και είναι κατά πολύ μεγαλύτερος (έχει μήκος 98 cm, πλάτος 12 cm και βάθος του ηχείου 9 cm). Ο κεμανές έχει 6 χορδές κουρδισμένες κατά πέμπτες και τέταρτες καθαρές. Κάτω από την ταστιέρα (τη γλώσσα) υπάρχουν άλλες 6 συμπαθητικές χορδές, οι οποίες δονούνται όταν παίζονται οι επάνω χορδές. Το κεφάλι είναι όπως αυτό του βιολιού και όχι τριγωνικό. Το ίδιο και τα κλειδιά.




Ποντιακοί χοροί
Είναι είδη χορών που έχουν την καταγωγή τους στις περιοχές του Πόντου. Οι ποντιακοί χοροί χορεύονται σε κύκλο από άντρες και γυναίκες, που κρατούν το σώμα στητό, τα πόδια λίγο ανοιχτά, πιάνονται από τους καρπούς και έχουν τα χέρια άλλοτε υψωμένα και άλλοτε με λυγισμένους τους αγκώνες προς τα κάτω. Τα μικρά βήματα των χορευτών τα ακολουθούν πιστά ρυθμικές και συγχρονισμένες κινήσεις των μελών του σώματος, ιδίως των γλουτών. Οι χοροί συνοδεύονται με την ποντιακή λύρα (κεμεντζέ), την οποίαν συνήθως παίζει ένας από τον όμιλο χορεύοντας και τραγουδώντας δίστιχα, αλλά μερικές φορές στέκεται και στη μέση του κύκλου. Στις υπαίθριες γιορτές μεταχειρίζονται το τουλούμ ή ασκί (ασκομαντούρα) και τον ζουρνά-νταούλι ή κεμεντζέ-ντέφι.
Ο πιο αντιπροσωπευτικός χορός είναι η σέρα - από το όνομα ενός ποταμού κοντά στην Τραπεζούντα - που πολλοί τον ταυτίζουν με τον αρχαίο πυρρίχιο. Πρόκειται για πολεμικό ανδρικό χορό, που τον χορεύουν με την παραδοσιακή μαύρη στολή τους, με το κεφάλι σκεπασμένο με ένα μαύρο μαντήλι χαρακτηριστικά δεμένο, και με όπλα. Στην πρώτη στροφή οι χορευτές, πιασμένοι με τα χέρια υψωμένα, χορεύουν ομαλά. Στη δεύτερη στροφή, εκτελούν ρυθμικές κινήσεις μπροστά-πίσω με τα χέρια, ενώ σκύβουν κάνοντας μικρά κοφτά βήματα. Στην τρίτη στροφή ορθώνονται και αναπηδούν. Κατά τη διάρκεια της στροφής αυτής ένας χορευτής, συνήθως ο πρωτοχορευτής, βγάζει κάθε τόσο μια πολεμική ιαχή. Η σέρα ονομάζεται και λάζικος χορός. Μικρές παραλλαγές της αποτελούν τα οφίτικο, σαρακοστιανό, αρδασσινό, της Κώστερες κ.α.Πολύ διαδεδομένος είναι και ο ομάλ, επίσης κυκλικός χορός, που χορεύεται από άντρες και γυναίκες. Παραλλαγές του είναι οι ομάλ κερασουντέικος, ομάλ σαμψουντέικος ή κοτσιχτόν ομάλ και τραπεζουντέικος (με το τραγούδι Λεμόνα). Άλλος χορός είναι το τίκ, μονό (λαγκεφτόν) ή διπλό. Χορεύεται σε γραμμή ή σε κύκλο από γυναίκες και άντρες, κοντά ο ένας στον άλλον, με τους αγκώνες λυγισμένους προς τους ώμους. Άλλοι χοροί είναι οι τρυγόνα, είκοσι ένα, σερανίτσα ή ψευτοσέρα, κότσαρι, παϊπούτ, λετσίνα κ.α.