Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Το Πασχαλινό Τραπέζι και Άλλα Έθιμα




Τα Πασχαλινά φαγητά στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη προετοιμάζονται εκ των προτέρων, και ευλογούνται από τον παπά προτού τα δοκιμάσει κανείς. Η παράδοση του Πασχαλινού Αμνού εξασφαλίζει αξιοζήλευτη θέση στο Πασχαλινό τραπέζι, αν και σε μερικές χώρες ένα γλύκισμα μπορεί να γίνει το υποκατάστατό του. Στην Πολωνία το αρνί φτιάχνεται από βούτυρο και περιστοιχίζεται από πολυάριθμα πιάτα που περιέχουν ζαμπόν, ψητό μοσχάρι, λουκάνικο και άλλες λιχουδιές. Σαν γενικός κανόνας το τραπέζι διακοσμείται όμορφα με λινό τραπεζομάντιλο, λουλούδια και γιρλάντες.

Εθιμοτυπικά χρησιμοποιείτο μια εποχή το ξινό βότανο για να δώσει άρωμα στα Πασχαλινά κέικ και τις πουτίγκες. Σπάνια χρησιμοποιείται στις μέρες μας, εξαιτίας της πικρής του γεύσης που αρχικά συμβόλιζε τα πικρά βότανα του Εβραϊκού Πασχαλινού γεύματος. Στην Αγγλία μια κόκκινη ρέγγα, που μοιάζει σαν έναν άνθρωπο πάνω στη ράχη αλόγου, στη βάση ενός καλαμποκιού, τρώγεται την Ημέρα του Πάσχα, ενώ τα ραπανάκια ήταν η σπεσιαλιτέ της εποχής. Στην Πολωνία τα αγόρια της επαρχίας παίρνουν ένα δοχείο χυλού –φτιαγμένο από νερό αναμιγμένο με σίκαλη και μαγιά- και μια ρέγγα, και το κάνουν ταμπούρλο έξω από το χωριό πριν το θάψουν. Επειδή οι πιστοί ζούσαν με ελάχιστα την περίοδο της νηστείας, τα αγόρια διασκέδαζαν κάνοντας την κηδεία της τροφής.

Νησιά του Αιγαίου: Από πού πήραν το όνομά τους;; (7)

Τέλενδος: Στη θέση της Τελένδου στα αρχαία χρόνια έκειτο η αρχαία Κέλερις. Η Τέλενδος έγινε νησί με τον καταστροφικό σεισμό του 535 μ.Χ. Στο καταβυθισμένο κομμάτι, όπου το Στενό της Τελένδου, ήταν κτισμένη η αρχαία πρωτεύουσα του νησιού, η Ποθαία. Αργότερα το νησί αποτέλεσε ξεχωριστό βασίλειο! Το νησί μιας καλλονής, μιας μαρμαρωμένης βασιλοπούλας, της Πόθας, λένε...
Η Πόθα αγάπησε το βασιλόπουλο του Καστελιού, την εποχή που τα βασίλειά τους ήταν σε πόλεμο. Ο πατέρας της είπε στον πρίγκηπα του Καστελιού, πως θα του τη δώσει γυναίκα του μόνο εάν κολυμπήσει από την Τέλενδο στο Καστέλι, κρατώντας στα χέρια του δύο αναμμένα κεριά... Και να φτάσει απέναντι χωρίς να του σβήσουν... Πράγμα φυσικά αδύνατον. Αλλά ο ερωτευμένος νέος το... προσπάθησε. Το βασιλόπουλο δεν τα κατάφερε και ο πατέρας της Πόθας δεν του την έδωσε για γυναίκα του. Έτσι οι δύο νέοι σκέφτηκαν να αυτοκτονήσουν στο μέσον της απόστασης που χώριζε τα βασίλειά τους, και να μείνουν για πάντα ενωμένοι στον βυθό της θάλασσας, μακριά από τις μικρότητες των ανθρώπων. Ακόμη και σήμερα, λένε, υπάρχει ένα άγαλμα νέου, που κοιτάει προς τον ουρανό, στο μέσον του θαλάσσιου πόρου Τελένδου - Καλύμνου... Όλοι σκύβουν καθώς περνούν τον πόρο, στα καθαρά νερά, να δουν τους νέους... Μάταια όμως... Ο βυθός τους αγάπησε τόσο, που τους κρύβει ακόμη καλά.
Γλωσσολογικά η ρίζα του τοπωνυμίου είναι η τελ- > τέλος. Και πράγματι εδώ τελειώνει η Κάλυμνος.
Η Τέλενδος (και ο θαλάσσιος πόρος μεταξύ Τελένδου - Καλύμνου)
Τήλος: Η Τήλος έλκει την ονομασία της από τη νύμφη Τήλι (ή Τάλι), που θα πει η αναγεννώμενη, αναδυομένη εκ της θαλάσσης (της αλός). Ή από τη ρίζα ταλ- = αυξάνεσθαι, βλασταίνειν (> τηλεθάω = πρασινίζω, θάλλω, βλασταίνω. Τηλύγετος = ομοσχαναθρεμμένος. Ατάλλω = ανατρέφω).

Ίσως και εκ του ουσιαστικού τήλις (τήλινο μύρο), που ήταν το φυτό κύτινος, ο γνωστός κορίανδρος ή κόλιαντρος (μοσχόσιτο ή μοσχοσίτι).
Τήνος: Το όνομα της Τήνου δηλώνει το σχήμα της: από τη ρίζα ταν- > ταναός, ταναδός, ταναόδειρος (ο μακρυλαίμης) = ο μακρύς, ο (εκ)τεταμένος (σχετικό το Καναδάς. 

Η ρίζα ενυπάρχει ακόμη και ως μυκηναϊκη tanawo. Λεγόταν και Οφιούσσα και Υδρόεσσα και Υδρούσα.
Φολέγανδρος: Ονομάστηκε έτσι από τον Φολέγανδρο, τον πρώτο οικιστή της, ο οποίος ήταν γιος του βασιλιά Μίνωα της Κρήτης.

Αναφέρεται και ως Φολέκανδρος, Φελόκανδρος, Φιλόκανδρος, Φλέγανδρος (παραπέμπει στην εποχή των φλεγόντων ηφαιστείων των Κυκλάδων), Λέγανδρος, Πολύκανδρος, Πολύανδρος, Πολυκάντια, (το) Πολύκαντρο (από ναυτικούς),  Polinno, Pholegandrow και Μπελίκεντρα.
Φούρνοι: Η συστάδα τριών νήσων Φούρνοι στα αρχαία χρόνια λεγόταν Κορσεαί, Κορασσία, Κόρσειαι, Κρουσσαί, Κορεσσαί, Κορεσαί ή Κοροίαι. Κολυμπούν στον "κόρφο" Σάμου - Ικαρίας - Πάτμου, εξ ου και το αρχαίο όνομά τους.

Επικράτησε το όνομα της μεγαλύτερης νήσου της συστάδας. Τα άλλα δύο νησίδια είναι η Θύμαινα και ο Αγ. Μηνάς.
Χάλκη: Πρώτοι κάτοικοί της ήταν οι μυθικοί Τιτάνες, οι οποίοι κατοίκησαν τους άγονους μυτερούς βράχους του νησιού και εξόρυξαν απ' αυτούς χαλκό. 

Έτσι ονομάστηκε η νήσος του Απόλλωνα, από το προϊόν της.
Χίος: Η Χίος ήταν μια θυγατέρα του Ωκεανού, από την οποία ονομάστηκε η μυροβόλος νήσος. Ή από τον Χίο, τον γιο του Ποσειδώνα (ή του Ωκεανού) και κάποιας επιχώριας νύμφης. Ο Ποσειδώνας έφτασε στο νησί όταν ήταν ακόμη έρημος. Συνευρέθηκε με μια όμορφη νύμφη, από τις ωδίνες της οποίας προκλήθηκε ξαφνικά χιόνι εξ ουρανού!
Έτσι τον γιο του Ποσειδώνα τον ονόμασαν Χίο και το νησί του βεβαίως.

Κατ' άλλους ονομάστηκε από τον Χίο, τον γιο του Απόλλωνα και της Αγαθίππης. Ή από την Χιόνα, την εγγονή του Μίνωα, θυγατέρα του Κρητικού Οινοπίωνος, του πρώτου οικιστή του νησιού κατά την κρητική αλήθεια, ο οποίος ως γιος του Βάκχου (και της Αριάδνης) δίδαξε στους ντόπιους την αμπελουργία - σ' αυτήν οφειλόταν μέρος της ακμής των πρώτων χρόνων του νησιού. Τελος, άλλα ονόματα - επίθετα της νήσου είναι Αιθάλη ή Αίθλη, Μάκρις, Οινηρά, Οφιούσσα, Πιτυούσσα κ.ά.
Γλωσσολογικά, το τοπωνύμιο ετυμολογείται από την ρίζα χ- >χιτών, κιτών, κιθών, που σημαίνει το μέρος του σανδαλιού που καλύπτει το πόδι, αλλά και τον ποδήρη χιτώνα. Και πράγματι, αν δεις τη Χίο στο χάρτη μοιάζει με... πατούσα!
Ψαρά: Το νησί ήταν κατοικημένο από την αρχαιότητα, όταν το έλεγαν Ψύρα και Ψυρία. Αργότερα, κατά παράφραση και προς ανάδειξη της αλιευτικής ικανότητας των κατοίκων του, το είπαν Ψαρά.

Ψέριμος: Το μεγαλύτερο μετά την Κάλυμνο, από τα νησιά των Καλυδνών. Η νήσος στα αρχαία χρόνια καλούνταν Υψίρισμα. Άρα το Ψέριμος είναι παράφρασή του.
Γλωσσολογικά, από τη ρίζα ψερ - (ψελ-, ψαρ-, ψολ-) που δίνει λέξεις σχετικές με τη σκοτεινόχρωμη απόχρωση.

Άρα Ψέριμος = η σκοτούσα, η σκοτία, η σκοτεινόχρωμη. Καλείται δε λαϊκά και Κάππαρη (Κάππαρις) εξαιτίας του περίφημου φυτού της. 



ΤΕΛΟΣ
 
 Η ετυμολογία των νήσων είναι του συγγραφέα - λαογράφου Γιώργου Λεκάκη