Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Το Πάσχα εις τα Ιεροσόλυμα κατά τον τέταρτον αιώνα.




Υπό Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών


Αρχαιοτάτη υπήρχεν εν τη εκκλησία εορτή η Επιφάνεια καλουμένη ή τα Επιφάνια, Θεοφάνεια ή τα Θεοφάνια, υποδηλούσα ου μόνον την κατά σάρκα γέννησιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αλλά και την εν τω Ιορδάνη φανέρωσιν αυτού ως Θεού (1), τούτου δ' ένεκα συνεωρτάζοντο αι δύο εορταί, η της Χριστού γεννήσεως και η των Θεοφανείων, και μόλις από του τέλους του Δ' αιώνος επήλθεν ο χωρισμός των εορτών. Εν Ιεροσολύμοις επεβραδύνθη ο χωρισμός ούτος, ως καταφαίνεται εκ της κατά τον στ' αιώνα ειδήσεως Κοσμά του Ινδικοπλεύστου λέγοντος ότι «οι Ιεροσολυμίται... ταις Επιφανείοις ποιούσι την γένναν»(2), όντως δε σ.355 «Καίτοι γε ούπω δέκατόν εστιν έτος καθ' ον χρόνον έγραφεν η Συλβία, εν Ιεροσολύμοις συνεωρτάζετο έτι η εορτή των Χριστουγέννων μετά της Επιφανείας του Κυρίου τη 6 Ιανουαρίου, πρώτην δε φοράν από της ανευρέσεως του χειρογράφου αυτής εγνώσθη η είδησις, ότι επί 8 ημέρας επανηγυρίζετο η εορτή αύτη ως και η του Πάσχα και η της Πεντηκοστής (3). Ετελείτο δε η πανήγυρις αυτής εν Βηθλεέμ, όπου κατά την νύκτα εν τω Σπηλαίω της γεννήσεως ετέλει ο Επίσκοπος Ιεροσολύμων, επειδή η Βηθλεέμ λίαν μεταγενεστέρως είχεν ίδιον επίσκοπον (4), την λειτουργίαν. Συγχρόνως όμως επανηγυρίζετο η εορτή και εν τοις λοιποίς προσκυνήμασι, κατά τας τρεις πρώτας ημέρας εν τω Γολγοθά, την τετάρτην ημέραν επί του όρους των Ελαιών, την πέμπτην εν Βηθανία, την έκτην εν Σιών, την εβδόμην εν τω Ναώ της Αναστάσεως και την ογδόην εν τω του Σταυρού, συνέρρεε δε κατά τας ημέρας εκείνας άπειρον πλήθος εκ των πέριξ εις Ιερουσαλήμ διά τας πανηγύρεις των οκτώ ημερών. Κατά την διάρκειαν αυτών οι μοναχοί της Βηθλεέμ αδιαλείπτως ελιτάνευον εν τω Ναώ αυτής και ετέλουν τας καθωρισμένας τελετάς εν τω ιερώ Σπηλαίω (5). Μετά την ανωτέρω εορτήν, εν Ιεροσολύμοις εωρτάζετο τη 14η Φεβρουαρίου ή της Υπαπαντής εορτή, ήτις ήτο κατ' αρχάς επιτόπιος Ιεροσολυμιτική εορτή, επεκράτησε δ' εν μεν τη Δύσει τελευτούντος του ε' εν δε τη Ανατολή αρχομένου του στ' αιώνος (6). Κατ' αυτήν εν τω Ναώ της Αναστάσεως οι πρεσβύτεροι και ο Επίσκοπος ηρμήνευον το Ευαγγέλιον της ημέρας, ετέλουν δε την θείαν λειτουργίαν μετά Εκκλησιαστικής τάξεως ομοίας προς την του αγίου Πάσχα, ήτις ην όλως εξαιρετικώς πανηγυρική ως και σήμερον.

Οι Τελετές της Μεγάλης Εβδομάδος

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η εβδομάδα πριν το Πάσχα, από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι το Μεγάλο Σάββατο και ονομάζεται «Μεγάλη», γιατί τα γεγονότα όπου τελούνται και βιώνονται στους Ιερούς Ναούς είναι κοσμοσωτήρια για τον άνθρωπο. Γιορτάζονται με ξεχωριστό τρόπο σε όλη την Ελλάδα τα πανάρχαια έθιμά της αν και με μικρές διαφοροποιήσεις σε κάποιες περιοχές.

Η Μεγάλη Εβδομάδα αποτελεί διασκευή της εβραϊκής γιορτής «Άζυμα», που διαρκούσε επτά ημέρες και πιστεύεται πως ήταν αγροτική γιορτή. Διατηρούσαν την πίστη πως, όταν αρχίσει να χρησιμοποιείται η νέα σοδειά δεν πρέπει να υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης από την παλιά ζύμη. Γι’ αυτό και κρατούσαν μια διακοπή 7 ημερών, όσες δηλαδή και οι ημέρες του Πάσχα. Αυτό μας θυμίζει και τις πληγές που θέριζαν τους Αιγύπτιους όπου, λίγες μέρες πριν από την Έξοδο, ο Μωυσής πρόσταξε στο λαό του: «Επτά ημέρες θα τρώτε άζυμα, από την πρώτη μέρα θα εξαφανίσετε το προζύμι από τα σπίτια σας, διότι όποιος φάει ένζυμα η ψυχή του θα εξολοθρευτεί».

Ανάσταση - Λαμπρή -Πασχαλιά



Καμία γιορτή στο Χριστιανικό ημερολόγιο δεν είναι πλουσιότερη σε συμβολισμό από το Πάσχα. Σε αντίθεση με τη θλίψη και το πένθος που καλύπτουν τη Μεγάλη Εβδομάδα, οι ακτίνες του ανατέλλοντος Ηλίου εξαγγέλλουν την Κυριακή του Πάσχα ότι ο Χριστός, Ανέστη.
Η Ανάσταση του Χριστού είναι το μεγαλύτερο γεγονός μέσα στην Ιστορία. Είναι αυτό που διαφοροποιεί τον Χριστιανισμό από οποιαδήποτε άλλη θρησκεία. Η «Ανάσταση του Χριστού» συμβολίζει τη θέωση, τη διάβαση από το θάνατο στη ζωή, συμβολίζει την ανάσταση της δικής μας ταπεινής υπόστασης, σημαίνει την ελπίδα για τη δική μας θέωση. Μέσω της Ανάστασης αποκτά άλλο νόημα η Ζωή και ο Θάνατος. Δεν είναι πλέον ο θάνατος το τέλος της παρούσας ζωής, αλλά ο προσωρινός αποχωρισμός της ψυχής από το σώμα, σαν ένας προσωρινός ύπνος. Ο Χριστός άνοιξε τις πύλες του Άδη, αναστήθηκε και μαζί Του ανάστησε τον Αδάμ και την Εύα ελευθερώνοντάς τους από την κατάρα του προπατορικού αμαρτήματος. Αναστήθηκε και τη φθορά της φύσης τη μετάλλαξε σε αφθαρσία. Μέσω της θυσίας του, στο σταυρό των τεσσάρων στοιχείων που συνθέτουν την ύλη, πήρε πάνω του τις αμαρτίες της ανθρωπότητας και, έδωσε μια ακόμη ευκαιρία για τη σωτηρία του δικού μας πνεύματος. Μέσω του δρόμου της αγάπης και της θυσίας μας έδειξε το δρόμο για την αθανασία, για την ελευθερία του Πνεύματος.

Νησιά του Αιγαίου: Από πού πήραν το όνομά τους; (4)

Κάλυμνος: Κάλυμνος ή Κάλυμνα είναι η παράφραση του αρχαίου ελληνικού ονόματος του νησιού, που ήταν Κάλυδνος ή Κάλυδνα. Αι Καλύδναι νήσοι πήραν το όνομά τους από τον γιο του Ουρανού, Κάλυδνο! Γλωσσολογικά, από το καλύπτω + ύδνη, δηλαδή αυτή που καλύπτουν τα κύματα.

Αναφερεται και ως Calamo (προφανώς από αδυναμία εκφοράς του ονόματός της) και Κλάρος (δηλ. δωρικά κλήρος), ίσως επειδή κληρουχία Δωριέων ήλθε πρώτη και κατοίκησε το νησί.
Κάρπαθος: Η νήσος έλκει την ονομασία της από την κάρπασο, τον λευκό ελλέβορο*, που αφθονεί σε αυτήν.
Κάρπαθος - Όλυμπος

Κάσος: Η Κάσος πήρε το όνομά της από τον Κάσο, τον πατέρα του Κλεόχου ή Κλεομάχου. Κατά καιρούς λεγόταν και Άμφις, Αστράβη και Άχνη.


 Γλωσσολογικά έλκει το όνομά της από τη ρίζα κασ- (κάσις = αδελφός, αδελφή, άνθρωπος ομοίας φύσεως ή προελεύσεως), αφού θεωρείται "αδελφή" της Καρπάθου.





Καστελόριζο: Το αρχαίο όνομα του νησιού Μεγίστη / Μεγίστα, οφείλεται στον πρώτο οικιστή του, τον Μεγιστέα. Το όνομα παραπέμπει και στο ότι είναι η μεγίστη νήσος της περιοχής της Λυκίας. Από τους αρχαίους συγγραφείς αναφέρεται ως Κισθήνη. 
Κάποτε η Σαλακία μετέφερε μέσα σε πατάρα (κίστη) τα συμβολικά πέμματα (γλυκίσματα) σε σχήμα τόξου, βελών και λύρας, προς τιμήν του θεού Απόλλωνα. Η κόρη άφησε κάποια στιγμή την κίστη, χωρίς να την προσέχει, για ν' αναπαυθεί. Την πήρε ο άνεμος και την έριξε στην θάλασσα. Η κόρη έφυγε κλαίγοντας για το σπίτι της. Τα κύματα ξέβρασαν την κίστη σε χερσόνησο, στην οποία υπήρχε πόλη, που ονοματίστηκε από την πατάρα - το θεϊκό σημάδι - Πάταρα, και η νήσος πλησίον αυτής, από την κίστη, Κισθήνη.
Καστελόριζο (στο βάθος η τουρκική Λυκία...)

Η βυζαντινή ονομασία του νησιού είναι Κάστελλος, Καστέλλι, Καστέλλος στα Ριζά. Αναφέρεται και Castello Rugio, Castel Rosso, Chateaux Royx, Chateaux Rouge, Castel Ruzzo και Russo (από τους κόκκινους βράχους στους οποίους οικοδομήθηκε και το κάστρο).
Αναφέρεται Καστελλόρουσον, Καστελλόροιζο καιΚαστελλόρουζο.
Οι Άραβες την έλεγαν Μαγιά ή Μαγιάς. Οι Τούρκοι Μεΐς (σαφώς αμφότερα παραφθορές του αρχαίου ελληνικού Μεγίστη).
Κέα: Η Κέα στα αρχαία ονομαζόταν Κέως, Κέω, Κεία και Κία (>λατ.Cea > ενετ. Zea > φραγκ. Zia-Τζια, Τζία, Τσεία, κατά τον 13ο αι.)
Έφερε και τα προσωνύμια Υδρούσα, Ευξαντίς, Κίανος, Μεροπίη και Σειρίη. Η νήσος αποικίστηκε από Αρκάδες, υπό τον ήρωα Αρισταίο (γιο του Απόλλωνα και της νύμφης Κυρήνης του Πηνειού), ο οποίος ίδρυσε στο νησί βωμό του Διός Ικμαίου (>ακμαίου < ρίζα ακ- > ακός, ακέστωρ = ο ιατρός, ο θεραπευτής > ακτίς κλπ), και πρόσφερε θυσίες στον Σείριο (Κύνα) και τον Κρόνιο Δία. Ο Ικμαίος Ζευς ήταν η προσωποποίηση των δροσερών ανέμων, της αναψυκτικής δρόσου και των βροχών. Ο ναός του ήταν, πιθανώς, όπου σήμερα τα ερείπια του Ι.Ν. του Αγ. Παντελεήμονος στα  Ελληνικά.

Έτσι μπορούμε να πούμε πως η Κέα είναι η νήσος των καυμάτων, της θεραπευτικής δύναμης του Ήλιου, αφού ο Αρισταίος ή Νόμιος ή Αγρεύς Ζευς κατέστη ποιμενική θεότητα, προστάτευε από την καταστρεπτική θερμότητα του Ηλίου, διαρκούντων των κυνικών καυμάτων. Αυτός, ως εφευρέτης της μελισσοκομίας, διέγνωσε πως το μέλι είναι θεραπευτικό κατά των εγκαυμάτων και είχε την ικανότητα να προσελκύει τους ετήσιους ανέμους, οι οποίοι δρόσιζαν από τα κυνικά καύματα.
Οι Τούρκοι την ονόμαζαν  Mourtedd (= νήσος αρνησιθρήσκων), επειδή κατοίκησαν εδώ κάποτε Μαρδαΐτες και υπήρξε κρησφύγετο πειρατών.
Κίμωλος: Η Κίμηλος / Κίμωλος, ήταν περίφημη για την κιμωλία γη της, την οποία οι αρχαίοι μεταχειρίζονταν ως σαπούνι για τον καθαρισμό των ενδυμάτων και το ξύρισμα της γενειάδας. Πήρε το όνομά της από το λευκό χρώμα, που έχουν τα παράλιά της: Κίμωλος ή και Κιμωλός και Κιμωλία < κιμωλία + λευκή γη, γύψος.

Το όνομά του το νησί το οφείλει στον Κίμωλο, πρώτο οικιστή του, σύζυγο της Σίδης, του Ταύρου. Πέρα από τη μυθολογική - ιστορική ετυμολογία, υπάρχει και αυτή που προσιορίζει επακριβώς τα χαρακτηριστικά κάθε τόπου και όσον αφορά την Κίμηλο / Κίμωλο η λέξη συνίσταται από τη ρίζω κι- (που δίνει λέξεις σχετικές με την κίνηση, όπως κίων, κίνησις, κινητήρ κ.λπ.) και τη Μήλο, που είναι το πλησιέστερο στην Κίμωλο νησί. Με άλλα λόγια, η Κίμηλος είναι η κινηθείσα Μήλος, δηλαδή ένα κομμάτι της Μήλου που κάποτε "κινήθηκε", αποκόπηκε απ' αυτήν και έγινε ένα ξεχωριστό νησί. Και αυτό το επιβεβαιώνει και η γεωλογία. Αναφέρεται και ως Εχινούσα (= νησί των αχινών), Κιμωλίς, Cimolis, Chimoli, Liminoz, Chimuli, Cimelos, Kimilo,αλλά και Κύμηλος ή (το) Κίμωλο ή (το) Κίμουλο. Επίσης  Cretosam, δηλαδή εκ της κρητίδος γης. Σε πορτολάνους του 1318 η νήσος μαρτυρείται ως Argentara (= ασημένια), από την ελληνική λέξη άργος (>άργυρος) = λευκός. Και Argentiera, Argentera, Αντζεντιέρρα. 
Κρήτη: Η μεγαλόνησος Κρήτη πήρε το όνομά της από τους Κορύβαντες Κουρήτες, που ήταν οι κρύβαντες (αυτοί που έκρυψαν) τη γέννηση του Διός, για να μην τη μάθει ο Κρόνος και φονεύσει τον νέο θεό. Παλαιότερα λεγόταν Ιδαία, από την επικράτηση εδώ των Ιδαίων θεοτήτων (εξ ου και Ίδη ο Ψηλορείτης).
Ταυροκαθάψια στην Μινωϊκή Κρήτη

Λεγόταν και Μακάρων νήσος.
Γλωσσολογικά η ρίζα της είναι η καρ-> κρα- (>κράτος), άρα Κρήτη = η κρατούσα, η κραταιά, η ισχυρή. Και ότως η Κρήτη ήταν κάποτε παγκόσμια θαλασσοκράτειρα.
Κύθνος:  Στην αρχαιότητα το νησί ήταν γνωστό ως Αφιούσα, Θηραμνία, Θερμία κ.ά. ονόματα σχετικά με τις θερμές ιαματικές πηγές του. Κύθνος ονομάστηκε από τον Κύθνο, αρχηγό των Δρυόπων, οι οποίοι ήλθαν εδώ από την Εύβοια (στην οποία είχαν μεταβεί από την κοιτίδα τους την Πίνδο).
Κύθνος

Γλωσσολογικά, η ρίζα του ονόματος είναι η υδ- > Fυδ- > κυδ- > κυθ- και σημαίνει κυματόεσσα.
Κως: Το νησί πήρε την ονομασία του από την αρχαία ελληνική λέξη κώας, κως (< κωFος > κύφος, κωβαίος, καβούρι, κάβος, κάβα, κάβειροι κλπ > αγγλ. cave = σπηλιά, σπήλαιο, σπηλαιώδες, ή ό,τι έχει σχήμα σπηλαίου.
Κως - το κάστρο της Νερατζιάς






Συνεχίζεται...






* Οι ελλέβοροι είναι φυτά ποώδη με ρίζωμα πολυετές, που ζουν στα ορεινά. Ανήκουν στην ίδια οικογένεια με τις ανεμώνες και τις νεραγκούλες, είναι φυτά δηλητηριώδη, που περιέχουν τα τοξικά γλυκοζίδια ελλεβορεΐνη και ελλεβορίνη. 

 Με το φυτό αυτό, σύμφωνα με τον μύθο, ο Μελάμπους, ο γιατρός των θεών, θεράπευσε τις κόρες του βασιλιά του Άργους Προίτου (Προιτίδες), που είχαν πάθει παράκρουση και νόμιζαν πως ήταν αγελάδες (μοσχίδες), και στη συνέχεια πήρε για σύντροφό του μια από αυτές. Από τα ένδεκα είδη ελλέβορου που υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη, στην Ελλάδα φυτρώνει μόνο το ένα, ο Ελλέβορος ο κυκλόφυλλος (Helleboros cyclophyllos).