Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Ο πελτές του Μήτσου

Νεαρός ήταν όταν κατέβηκε στην Αθήνα να κάνει την τύχη του.
Τρία βρακιά ήταν όλη η περιουσία του.
Δύσκολα ήταν, εκείνα τα χρόνια.
Σιγά-σιγά κάτι κατάφερε ο Μήτσος και νοίκιασε ένα υπόγειο στο Παγκράτι, κατέβαινε πολλά σκαλιά σ' ένα τυφλό δωμάτιο που δεν είχε καθόλου φως.

Μετά από κανένα χρόνο μετακόμισε στα Πατήσια.
Τώρα θα μου πείτε από Παγκράτι πως βρέθηκε στα Πατήσια. Να, η διαδρομή ήταν μία, με ένα εισιτήριο, Κολιάτσου-Παγκράτι. Έτσι προέκυψε το δωμάτιο στα Πατήσια.
Παλάτι του φάνταζε το δωμάτιο στα Πατήσια. Ήταν και ημιυπόγειο. Είχε και μια μικρή, τόση δα αυλίτσα στον ακάλυπτο.
Παρέες δεν είχε ο Μήτσος στην Αθήνα, όλο δούλευε και άμα γύρναγε στο "σπίτι" του, ευχαριστιόταν, καθάριζε, τακτοποιούσε, ξεκουράζονταν και διάβαζε.
Κάποια στιγμή πήρε και ένα ψυγειάκι από το Μινιόν. Μεγάλες χαρές. Ήθελε το "σπίτι" του να το φτιάξει σπιτικό. Να μάθει να μαγειρεύει, να κόψει τα σουβλάκια. Τα πιτόγυρα.
Ένα απόγευμα, γύρναγε από τη δουλειά και συναντάει ο Μήτσος που λέτε, ένα φίλο του από πάνω από την πατρίδα. Έτσι στο πουθενά, βρήκε ένα γνωστό, ίδια ηλικία είχανε περίπου.

— Μπάμπη; Τι θες εδώ;

— Μήτσο, εσύ είσαι;
Αγκαλιές, φιλιά. Ο Μπάμπης είχε κατέβει από το χωριό για μια δουλειά. Φτώχεια κι αυτός, τα είπανε λίγο κι ο Μήτσος κατάλαβε.

— Μπάμπη, θα έρθεις στο σπίτι. Θα μαγειρέψουμε, θα φάμε, θα ξεκουραστείς, θα κοιμηθείς και αύριο με το καλό πας στη δουλειά σου.
Στο δρόμο αγόρασαν ψωμί, μισή δραχμή έκανε.
Φτάσανε στο ημιυπόγειο, όλο καμάρι ο Μήτσος του έκανε χώρο να περάσει.
Πήγε ο Μήτσος στο κουζινάκι, άνοιξε το ψυγείο και το ψυγείο ήταν άδειο, μόνο μια μικρή κονσέρβα πελτέ. Ντοματοπελτέ. Ντομάτα σάλτσα, πως την λένε.
Δαγκώθηκε ο Μήτσος, αλλά τί να κάνει δραχμή δεν υπήρχε στην τσέπη.

— Μπάμπη, θα φτιάξουμε, ένα φαΐ που θα γλύφεις τα δάχτυλα σου.

Έβαλε το κατσαρολάκι στο πετρογκάζ, το γέμισε νερό και έριξε τον πελτέ μέσα στο νερό και το άφησε να πάρει μια βράση. Δυο πιάτα είχε ο Μήτσος, "έστρωσε" το τραπεζάκι και σέρβιρε την σούπα πελτέ.
Χαμογέλασε ο Μπάμπης και κάθισε στο τραπεζάκι. Βούταγαν το ψωμί μέσα στο ζουμί και έτρωγαν με βουλιμία. Έτσι ξεγέλασαν την πείνα τους.
Πέρασαν χρόνια κι ο Μήτσος συναντήθηκε με τον Μπάμπη στην Θεσσαλονίκη. Ήταν αλλιώς τα πράγματα.
Πήγαν για καφέ και θυμήθηκαν τα παλιά. Γέλαγαν με το περιστατικό του ντοματοπελτέ.
Όταν χωρίζανε, γυρίζει ο Μπάμπης και λέει στον Μήτσο:

— Να σου πω Μήτσο, από τότε, έχω αδειάσει πολλά πιάτα, αλλά να ξέρεις την νοστιμιά που είχε εκείνο το ντοματόζουμο δεν την ξαναβρήκα. Είχε πολλή αγάπη εκείνος ο πελτές, δεν θα τον ξεχάσω ποτέ, κι άμα τρώω ένα ωραίο φαγητό, πάντα λέω:
«Σαν τον πελτέ του Μήτσου όμως, δεν είναι».

http://hamomilaki.blogspot.gr

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Η πραγματικότητα είναι πάντα ίδια, η ερμηνεία αλλάζει



"Εμένα μου φαίνεται πως οι γονείς μου γέρασαν και το ‘χουν χάσει".

"Και μένα μου φαίνεται πως εσύ τους κοιτάς με διαφορετικά μάτια".

"Μα τι σημασία έχει αυτό; Αυτό που είναι, είναι όπως λες κι εσύ".

"Άκουσε μια ιστορία".

Ο βασιλιάς ήταν ερωτευμένος με τη Σαμπρίνα, μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής που την έκανε τελευταία του γυναίκα. Ένα απόγευμα κι ενώ ο βασιλιάς έλειπε στο κυνήγι ήρθε ένας αγγελιοφόρος να ειδοποιήσει ότι η μητέρα της Σαμπρίνας ήταν άρρωστη.

Ο βασιλιάς της είχε απαγορεύσει να χρησιμοποιεί την προσωπική του άμαξα, κι αν παραβίαζε την εντολή του θα το πλήρωνε με το κεφάλι της. Όταν γύρισε ο βασιλιάς έμαθε τα καθέκαστα.
"Μα δεν είναι θαυμάσιο"  είπε " αυτό είναι αληθινή αγάπη κόρης προς τη μητέρα. Δεν την ένοιαζε να διακινδυνεύσει το κεφάλι της για να φροντίσει τη μητέρα της. Είναι υπέροχη."

Την επόμενη μέρα κι ενώ η Σαμπρίνα καθόταν στο κήπο του παλατιού κι έτρωγε φρούτα, ήρθε ο βασιλιάς. Τον χαιρέτισε και μετά δάγκωσε το τελευταίο ροδάκινο που είχε στο καλάθι της.
"Φαίνονται γλυκά" είπε ο βασιλιάς.

"Πράγματι" αποκρίθηκε η βασίλισσα. Κι απλώνοντας το χέρι της έδωσε το τελευταίο της ροδάκινο στον αγαπημένο της.

"Πόσο με αγαπάει” σχολίασε μετά ο βασιλιάς "στερήθηκε την απόλαυση της για να μου δώσει εμένα το τελευταίο ροδάκινο του καλαθιού. Δεν είναι εκπληκτική;"

Πέρασαν ορισμένα χρόνια-και ποιος ξέρει- το πάθος και ο έρωτας του βασιλιά έσβησαν απ τη καρδιά του. Καθόταν μαζί μ ένα στενό του φίλο κι έλεγε:

"Ποτέ δε φέρθηκε σαν βασίλισσα, μια φορά μάλιστα με παράκουσε και χρησιμοποίησε τη προσωπική μου άμαξα. Θυμάμαι και μια μέρα που μου έδωσε να φάω ένα δαγκωμένο φρούτο."

"Η πραγματικότητα είναι πάντα η ίδια. Κι είναι όντως αυτό που είναι. Ωστόσο ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνεύσει μια κατάσταση με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, τον ακριβώς αντίθετο." είπε.

"Πρόσεχε τι αντιλαμβάνεσαι" έλεγε ο Μπάντουιν ο σοφός. Αν ότι βλέπεις ταιριάζει "γάντι" με τη πραγματικότητα που περισσότερο σε βολεύει


… τότε


ΜΗΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΣΑΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ!!!



_______________


~ Χόρχε Μπουκάι ” ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ”

Μια μικρή αληθινή ιστορία

Ο Μαρκ είχε γεννηθεί µε µία πολύ βαριά ασθένεια του ανοσοποιητικού συστήµατος। Ένα σύνδροµο ανεπάρκειας της άµυνας του οργανισµού, που κάποια γενετική αλλοίωση του είχε φορτώσει για πάντα। Τα παιδιά που γεννιούνται µε αυτή τη βαριά ανωµαλία -πολύ σπάνια ευτυχώς- έχουν πολύ λίγες πιθανότητες επιβίωσης, ή τουλάχιστον είχαν όταν ο Μαρκ ήρθε στον κόσµο. Δεδοµένης της ανικανότητας να παραχθούν αντισώµατα, οποιαδήποτε µόλυνση µπορούσε να τον αποτελειώσει σε λίγες εβδοµάδες, όσο συνηθισµένη κι αν ήταν για έναν κανονικό άνθρωπο. Η µόνη λύση ήταν να δηµιουργηθεί γύρω του ένα αποστειρωµένο περιβάλλον, όπου ο Μαρκ θα µπορούσε να ζει ελπίζοντας πως η επιστήµη θα ανακάλυπτε µια άλλη λύση για το ανοσοποιητικό του πρόβληµα.
Γιος ενός αυστηρού και εργατικού αγροτικού γιατρού και µιας δασκάλας, ο Μαρκ είχε την ευκαιρία να επιβιώσει τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας χάρη στις οικονοµικές προσπάθειες των γονιών του, χάρη στο δικό του θάρρος και κυρίως, χάρη στη σχεδόν αποκλειστική αφοσίωση της µητέρας του. Ζώντας σε µια κρεβατοκάµαρα κι ένα γραφείο µ’ ένα µπάνιο ανάµεσά τους και αποµονωµένος από το υπόλοιπο σπίτι και τον κόσµο, µε ερµητικά κλειστές πλαστικές κουρτίνες, τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής του δεχόταν µετρηµένες επισκέψεις στον ιδιωτικό και προστατευµένο χώρο του. Για να αποφευχθεί η εισαγωγή µικροβίων που θα αποτελούσαν πιθανή απειλή για τη ζωή του Μαρκ, κανείς δεν µπορούσε να τον πλησιάσει χωρίς να έχει πλύνει τα χέρια του µε αντισηπτικό και χωρίς να φοράει αποστειρωµένα ρούχα, στολή χειρουργού, µπότες και µαντίλι στο στόµα. Κατά τη διάρκεια αυτών των είκοσι χρόνων, ο Μαρκ είχε µάθει ό,τι ήξερε από τα αυστηρά και µεθοδικά µαθήµατα της µητέρας του, τις εις βάθος συζητήσεις µαζί της, από λίγα βιβλία που έφταναν στα χέρια του (καινούρια, καθαρά και αποστειρωµένα) και από τα λίγα που έβλεπε στην τηλεόραση. Εκτός από αυτά, ο µοναδικός του τρόπος επικοινωνίας ήταν γράµµατα, φωτογραφίες και κάποιες συζητήσεις από το τηλέφωνο µε την υπόλοιπη οικογένεια.
Ήταν η µέρα που συµπλήρωσε τα εικοσιένα του, όταν ζητησε από τη µητέρα του να αλλάξει και να µπει στο δωµάτιό του. Ήθελε να της µιλήσει.


«Μαµά» της είπε πολύ ήρεµα, «έχω πάρει µια απόφαση. Θα ταξιδέψω … »
Η µητέρα παρέλυσε όταν άκουσε το γιό της. Βγαίνοντας από το αποστειρωµένο περιβάλλον του δωµατίου του έβαζε σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή του. Πράγµατι, η µοναδική φορά που είχε εγκαταλείψει το δωµάτιο ήταν όταν είχε πεθάνει ο πατέρας του και, παρά τις προφυλάξεις που είχε πάρει, ένας ιός της γρίπης που έφτασε στο σώµα του παραλίγο να τον σκοτώσει.

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Η πανσέληνος του Μαΐου και η γιορτή του Βεσάκ

Στην καρδιά της 'Aνοιξης, όταν τα πάντα ανθίζουν, τότε μοιάζει νά' ναι το ξεκίνημα της χρονιάς! Ακριβώς αυτή την εποχή μια πανάρχαια και παγκόσμιας σημασίας γιορτή λαμβάνει χώρα. Το Βεσάκ! 

Η Γιορτή του Βεσάκ μέσα στο Χρόνο


Αποτέλεσμα εικόνας για κοιλάδα βεσάκ
Η κοιλάδα των Ιμαλαϊων όπου
λαμβάνει χώρα η γιορτή του Βεσάκ
Λέγεται ότι πρόκειται για μια από τις πιο παλιές γιορτές. Ήταν γνωστή ακόμη στην εποχή της Ατλαντίδας και γιορταζόταν με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια. Μόνο που είχε άλλο όνομα, το οποίο σήμερα είναι γνωστό μόνο στους Μύστες των Εσωτερικών Πεδίων. 

Μέσα στην καρδιά της 'Aνοιξης, όταν τα πάντα ήταν ανθισμένα τελείτο η γιορτή, η οποία θεωρείτο σαν το ξεκίνημα όλης της χρονιάς. 

Λέγεται πως οι Ατλάντιοι ιερείς γιόρταζαν μυστικά το Βεσάκ με πολύ δυναμικές τελετές, παρόλο που ο λαός είχε τις δικές του εξωτερικές εορτές και γιόρταζε χωρίς να γνωρίζει το τι ακριβώς κάνει. Μετά την καταστροφή της Ατλαντίδας χάθηκε και η γιορτή και οι εσωτερικές λειτουργίες της. Από τα διάφορα ιερατεία αναπτύχθηκαν άλλες γιορτές, συνήθως μέσα στο μήνα Μάη, που είχαν να κάνουν κύρια με την Φύση. Μόνο λίγοι μυημένοι γιόρταζαν υποσυνείδητα την αναγέννηση, γιατί το Βεσάκ είναι αναγέννηση. Είναι Θάνατος και Αναγέννηση. 

Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Άκου τη φωνή μέσα σου...

Κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε


Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια πολύ δύ­σκολη αναρρίχηση σε ένα βουνό με έντονη χιονόπτωση. Πέρα­σε τη νύχτα μαζί με άλλους στο καταφύγιο. Το πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη. Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω, κι έτσι, όπως μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια και θάρ­ρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, συνεχίζει να σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό. 

Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκο­λη, πάει να στερεώσει στον πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος. Ο ορειβάτης γκρεμίζεται… αρχίζει να κατρακυλάει στο βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ το χιόνι πέφτει πυκνό…
Από μπροστά του βλέπει να περνάει όλη του η ζωή. Κλείνει τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο, και ξαφνικά, νιώθει στο πρόσωπό του ένα χτύπημα από σχοινί. Χωρίς κα­θόλου να σκεφτεί, πιάνεται από το σχοινί με μια ενστικτώδη κίνηση. Ποιος ξέρει… Το σχοινί αυτό μπορεί να έμεινε εκεί κρεμασμένο από κάποιον πάσσαλο… κι αν είναι έτσι, θα μπο­ρέσει να τον κρατήσει και να σταματήσει την πτώση του.
Κοιτάζει προς τα πάνω, αλλά το μόνο που βλέπει είναι η χιονοθύελλα και το πυκνό χιόνι που πέφτει πάνω του. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν αιώνες σ’ αυτό το κατρακύλισμα που γίνεται όλο και πιο γρήγορο και μοιάζει να μην τελειώνει… Ξαφνικά, το σχοινί τινάζεται και νιώθει αντίσταση. Ο ορειβά­της δεν βλέπει τίποτε, ξέρει όμως ότι προς το παρόν έχει σω­θεί. Το χιόνι πέφτει ασταμάτητα, κι αυτός εκεί, δεμένος με το σχοινί, μέσα στο φοβερό κρύο, κρεμασμένος από ένα κομμάτι λινάρι, που τον κρατάει για να μην τσακιστεί πέφτοντας στη χαράδρα ανάμεσα στα βουνά.
Προσπαθεί να δει τι υπάρχει γύρω του, αλλά μάταια’ δεν ξεχωρίζει τίποτε. Φωνάζει δυο-τρεις φορές, αλλά κατα­λαβαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τον ακούσει κανείς. Η πιθανότητα να σωθεί είναι απειροελάχιστη. Και να δουν ότι λείπει, δεν θα μπορέσει κανείς ν’ ανέβει να ψάξει γι’ αυτόν πριν σταματήσει η χιονοθύελλα, αλλά και τότε ακόμη, πώς να ξέρουν ότι βρίσκεται κρεμασμένος στο γκρεμό;
Αντιλαμβάνεται πως αν δεν κάνει κάτι γρήγορα, αυτό θα είναι το τέλος του.
Όμως, τι να κάνει;
Θα μπορούσε ίσως να σκαρφαλώσει προς τα πάνω και να προσπαθήσει να φτάσει στο καταφύγιο, αμέσως όμως κατα­λαβαίνει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Ξαφνικά… ακούει μια φωνή από μέσα του που του λέει «λύσου!» Μπορεί να είναι η φωνή του Θεού, ή η φωνή της εσωτερικής του σοφίας, μπορεί όμως να είναι κάποιο κακό πνεύμα, ή παραίσθηση… ακούει πάντως τη φωνή να επιμένει «λύσου, λύσου!»
Σκέφτεται πως αν λυθεί αυτή τη στιγμή σίγουρα θα σκοτωθεί. Θα είναι ένας τρόπος για να τελειώσει το μαρτύ­ριό του. Μπαίνει στον πειρασμό να επιλέξει το θάνατο για να σταματήσει να υποφέρει. Σαν απάντηση όμως στη φωνή δένεται ακόμη πιο σφιχτά. Και η φωνή επιμένει «λύσου!…
Μη βασανίζεσαι άλλο, δεν έχει νόημα τόσος πόνος… λύσου!» Εκείνος, όμως, δένεται ακόμη πιο σφιχτά, ενώ πολύ αποφα­σιστικά λέει μέσα του πως καμία φωνή δεν πρόκειται να τον πείσει να αφήσει αυτό που χωρίς αμφιβολία του έχει σώσει τη ζωή. Η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται για ώρες, ο ορειβάτης όμως εξακολουθεί να είναι δεμένος μ’ αυτό που νομίζει πως είναι η μοναδική του δυνατότητα για να σωθεί.

Ο μύθος λέει ότι την άλλη μέρα η ομάδα διάσωσης βρήκε τον ορειβάτη μισοπεθαμένο. Η ζωή του κρεμόταν από μια κλω­στή. Ακόμα λίγα λεπτά, και ο ορειβάτης θα είχε πεθάνει από το κρύο, παγωμένος, και, παραδόξως, δεμένος με το σχοινί του… σε απόσταση λιγότερο από ένα μέτρο από το έδαφος.
**************
Λέω, λοιπόν, ότι, καμιά φορά, το να μην εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος.
Κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε.
Να αφήνεις πίσω τα πράγματα που μαζί τους είσαι δε­μένος σφιχτά, επειδή νομίζεις ότι αν τα κρατήσεις θα σε σώ­σουν από την κατάρρευση.
Όλοι έχουμε αυτήν την τάση να δενόμαστε σφιχτά με ιδέες, πρόσωπα και καταστάσεις. Δενόμαστε με ανθρώπους, με χώρους, με τόπους γνωστούς, γιατί είμαστε βέβαιοι πως αυτό είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να μας σώσει. Πιστεύ­ουμε στο «γνώριμο κακό», όπως λέει ένα γνωστό γνωμικό.
Και παρόλο που από διαίσθηση καταλαβαίνουμε ότι το δέσιμο σημαίνει θάνατο, συνεχίζουμε να μένουμε αγκιστρωμένοι σ’ αυτό που πια δεν μας χρειάζεται, σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια, τρέμοντας τις φανταστικές συνέπειες αν απο­δεσμευτούμε.
********
 Jorge Bucay – Ο Δρόμος των Δακρύων

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Η κουκουβάγια και το τρυγόνι...





«Αυτός που θα μπει εδώ θα μου κάνει την τιμή, αυτός που δεν θα μπει θα μου προσφέρει ευχαρίστηση»

Βασίζουμε την αυτοεκτίμησή μας στην εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας, κι αυτό ακριβώς μας καλεί ο Νίτσε να καταπολεμήσουμε με το παράδειγμα του ποιητή. Όποιος δεν εξαρτά την ευτυχία του από την εξωτερική επιδοκιμασία βρίσκεται πάντα στην καλύτερη κατάσταση.
Ωστόσο, τούτος ο μύθος από τον κλασικό των ανεκδότων φωτίζει την αντίθετη θέση: των ανθρώπων εκείνων που νιώθουν να μην τους καταλαβαίνει ο περίγυρός τους και σκέφτονται ότι σε κάποιο άλλο περιβάλλον θα τους εκτιμούσαν.
Διηγείται ότι μια μέρα η κουκουβάγια συνάντησε την τρυγόνα, η οποία τη ρώτησε:
«Πού πας;»
«Μετακομίζω ανατολικά» είπε η κουκουβάγια.
«Γιατί;» ρώτησε η τρυγόνα.
«Στους ανθρώπους εδώ δεν αρέσει η κραυγή μου» αποκρίθηκε η κουκουβάγια. «Γι’ αυτό θέλω να πάω ανατολικά».
«Αν μπορείς να αλλάξεις τη φωνή σου, καλά θα είναι. Αν όμως δεν μπορείς, κι ανατολικά να πας, το ίδιο θα είναι, γιατί ούτε και στους ανθρώπους εκεί θα αρέσεις».




Άλλαν Πέρσυ
Νίτσε



Εικόνα: http://33.media.tumblr.com/4959889e2a62557fec51b411f1bca02a/tumblr_n8y4z34DvT1tx9e5zo2_1280.jpg


http://www.lecturesbureau.gr

Μια αγελάδα μια φορά



Μια φορά κι έναν καιρό, ένας σοφός δάσκαλος ήθελε να δι­δάξει σε έναν μαθητή του τα μυστικά της ευτυχισμένης και επιτυχημένης ζωής. Γνωρίζοντας τα πολλά περιττά εμπόδια και τις δυσκολίες που οι περισσότεροι άνθρωποι αντιμετω­πίζουν στην αναζήτηση της ευτυχίας, σκέφτηκε ότι στο πρώτο μάθημα θα έπρεπε να του εξηγήσει γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι ζουν μέτριες και συνηθισμένες ζωές.
Άλλωστε, σκέφτηκε ο γέροντας, πολλοί άνθρωποι δείχνουν αδύναμοι να ξεπεράσουν τα κωλύματα που παρεμποδίζουν την επιτυχία τους και καταλήγουν να ζουν μια μη ικανοποιητική και μετά βίας ανεκτή ζωή. Ο δάσκαλος ήξερε ότι, για να κατανοήσει ο νέος αυτό το πολύ σημαντικό μά­θημα, θα έπρεπε να δει με τα ίδια του τα μάτια τι συμβαίνει όταν επιτρέπουμε στη μετριότητα να κυβερνά τη ζωή μας.
Για να διδάξει αυτά τα σημαντικά μαθήματα, αποφάσισε να κάνουν ένα ταξίδι με τον μαθητή του και να επισκεφθούν ένα από τα πιο φτωχά χωριά της επαρχίας τους. Αθλιότητα και εγκατάλειψη επικρατούσε σε ολόκληρη την περιοχή και οι κά­τοικοι έδειχναν να έχουν συμβιβαστεί με την τύχη τους.
Λίγο μετά την άφιξή τους, ο δάσκαλος ζήτησε από τον νέο να τον βοηθήσει να βρουν το πιο φτωχικό σπίτι στην περιοχή. Εκεί θα έμεναν το βράδυ.

Αφού περπάτησαν για λίγο, έφτασαν στα περίχωρα. Κι εκεί, στη μέση του πουθενά, οι δύο άντρες σταμάτησαν μπροστά στην πιο ρημαγμένη και μικρή καλύβα που είχαν δει ποτέ στη ζωή τους.
Το οίκημα, που ήταν έτοιμο να καταρρεύσει, ήταν χτισμένο στην πιο μακρινή άκρη μιας μικρής ομάδας σπιτιών. Αναμφίβολα,  ήταν της πιο φτωχής οικογένειας.  Οι τοίχοι στέκονταν όρθιοι από θαύμα, απειλώντας ανά πάσα στιγμή να γκρεμιστούν. Το νερό εισχωρούσε από την πρόχειρη αυτοσχέδια στέγη, που έδειχνε ανίκανη να κρατήσει οτιδήποτε μακριά, ενώ διάφορα σκουπίδια στοιβάζονταν γύρω γύρω από το σπίτι, κάνοντας ακόμα χειρότερη τη ρημαγμένη του όψη.
Ο ιδιοκτήτης, αφού ενημερώθηκε για την παρουσία των δύο ξένων από ένα μικρό παιδί, βγήκε έξω και τους απηύθυ­νε θερμό χαιρετισμό.
«Γεια σου κι εσένα, καλέ μου άνθρωπε», απάντησε ο δά­σκαλος. «Θα μπορούσαν δυο κουρασμένοι ταξιδιώτες να βρουν καταφύγιο στο σπίτι σου για το βράδυ;»
«Επικρατεί συνωστισμός στο σπίτι, αλλά, αν αυτό δε σας πειράζει, είστε καλοδεχούμενοι».
Όταν οι δύο άντρες μπήκαν μέσα, ένιωσαν έκπληξη μόλις συνειδητοποίησαν ότι ο μικροσκοπικός χώρος, που δεν ήταν μεγαλύτερος από 14 τετραγωνικά μέτρα, αποτελούσε το σπίτι οκτώ ατόμων. Ο πατέρας, η μητέρα, τα τέσσερα παιδιά και οι δύο παππούδες έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να τους προσφέρουν λίγο χώρο κάτω από αυτές τις περιοριστικές συν­θήκες.

Κι αυτό θα περάσει


Ένας βασιλιάς ζήτησε από τους σοφούς του στην αυλή, «Φτιάχνω ένα πολύ όμορφο δαχτυλίδι για τον εαυτό μου. Έχω ένα από τα καλύτερα διαμάντια που υπάρχουν. Θέλω να κρύψω μέσα στο δαχτυλίδι κάποιο μήνυμα που ίσως να με βοηθήσει σε κάποια στιγμή απόλυτης απελπισίας. Πρέπει να είναι πολύ μικρό για να μπορεί να παραμείνει κρυμμένο κάτω από το διαμάντι στο δαχτυλίδι».

Ήταν όλοι τους σοφοί άνθρωποι, ήταν όλοι τους σπουδαίοι λόγιοι· θα μπορούσαν να γράψουν σπουδαίες πραγματείες. Αλλά να του δώσουν ένα μήνυμα όχι μεγαλύτερο από δυο τρεις λέξεις το οποίο θα τον βοηθούσε σε στιγμές απόλυτης απελπισίας… Σκέφτηκαν, έψαξαν στα βιβλία τους, αλλά δεν μπορούσαν να βρουν τίποτε.
Ο βασιλιάς είχε ένα γέρο υπηρέτη ο οποίος ήταν σχεδόν σαν πατέρας του -είχε υπάρξει υπηρέτης του πατέρα του. Η μητέρα του βασιλιά είχε πεθάνει νωρίς και αυτός ο υπηρέτης τον είχε φροντίσει, κι έτσι δεν του φέρονταν σαν υπηρέτη. Ο βασιλιάς έτρεφε τεράστιο σεβασμό για εκείνον. Ο γέρος είπε, «Δεν είμαι σοφός, δεν έχω γνώσεις, δεν είμαι λόγιοςˑ όμως ξέρω το μήνυμα – επειδή υπάρχει μόνο ένα μήνυμα. Και αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να σου το δώσουν· μπορεί να δοθεί μόνο από έναν μυστικιστή, από έναν άνθρωπο που έχει συνειδητοποιήσει τον εαυτό του. Στα τόσα χρόνια που έχω ζήσει στο παλάτι έχω συναντήσει κάθε λογής ανθρώπους, και κάποτε, συνάντησα ένα μυστικιστή. Ήταν καλεσμένος του πατέρα σου κι εγώ μπήκα στην υπηρεσία του. Όταν θα έφευγε, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες μου, μου έδωσε αυτό το μήνυμα» – και ο γέρος το έγραψε σε ένα μικρό κομμάτι χαρτί. Το δίπλωσε και είπε στον βασιλιά, «Μην το διαβάσεις, απλά κράτησέ το κρυμμένο μέσα στο δαχτυλίδι. Να το ανοίξεις μόνο όταν όλα τα άλλα έχουν αποτύχει, όταν δεν υπάρχει διέξοδος».
Αυτή η στιγμή ήρθε σύντομα. Η χώρα δέχθηκε εισβολή και ο βασιλιάς έχασε το βασίλειό του. Το είχε σκάσει με το άλογό του για να σωθεί και τα άλογα του εχθρού τον ακολουθούσαν. Ήταν μόνος τουˑ εκείνοι ήταν πολλοί. Έφτασε σε ένα μέρος όπου το μονοπάτι σταματούσε, κατέληγε σε αδιέξοδο· υπήρχε μόνο ένας γκρεμός και μια βαθιά κοιλάδα· αν έπεφτε θα ήταν νεκρός. Δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω, ήταν ο εχθρός εκεί και μπορούσε να ακούσει τους ήχους των οπλών των αλόγων. Δεν μπορούσε να προχωρήσει μπροστά, και δεν υπήρχε άλλος δρόμος…
Ξαφνικά θυμήθηκε το δαχτυλίδι. Το άνοιξε, έβγαλε το χαρτί, και υπήρχε ένα μικρό μήνυμα τεράστιας αξίας: Απλά έλεγε, «Και αυτό θα περάσει». Μια μεγάλη σιωπή τον τύλιξε καθώς διάβαζε τη φράση, «Και αυτό θα περάσει».
Και πέρασε.
Όλα περνάνε· τίποτε δεν μένει σε αυτόν τον κόσμο. Οι εχθροί που τον ακολουθούσαν θα πρέπει να χάθηκαν στο δάσος, θα πρέπει να πήραν διαφορετικό μονοπάτι· ο ήχος από τις οπλές των αλόγων τους χάθηκε, σιγά σιγά, και δεν τους άκουγε πια.
Ο βασιλιάς ένιωσε τεράστια ευγνωμοσύνη για τον υπηρέτη και τον άγνωστο μυστικιστή. Αυτές οι λέξεις αποδείχθηκαν θαυματουργές. Δίπλωσε το χαρτί, το έβαλε πίσω στο δαχτυλίδι, συγκέντρωσε τα στρατεύματά του και ξανά ανέκτησε το βασίλειό του. Και την ημέρα που έμπαινε στην πρωτεύουσα, νικητής, έγινε μια μεγάλη γιορτή σε όλη την πρωτεύουσα. Μουσική, χορός – ένιωθε πολύ περήφανος για τον εαυτό του.
Ο ηλικιωμένος άνδρας ήταν εκεί, και περπατούσε δίπλα στο άρμα του. Είπε στον βασιλιά, «Και αυτή η στιγμή είναι κατάλληλη: κοίταξε ξανά το μήνυμα».
Ο βασιλιάς είπε, «Τι εννοείς; Τώρα είμαι νικητής, οι άνθρωποι γιορτάζουν. Δεν είμαι σε απελπισία, δεν είμαι σε μια κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει διέξοδος».
Ο ηλικιωμένος άνδρας είπε, «Άκου. Αυτό μου έχει πει ο άγιος: αυτό το μήνυμα δεν είναι μόνο για την απελπισία, είναι και για τη χαρά. Δεν είναι μόνο για όταν είσαι ηττημένος. είναι επίσης και για όταν είσαι νικητής – όχι μόνο για όταν είσαι ο τελευταίος, αλλά και για όταν είσαι ο πρώτος».
Και ο βασιλιάς άνοιξε το δαχτυλίδι, διάβασε το μήνυμα, «Και αυτό θα περάσει». Και ξαφνικά η ίδια γαλήνη, η ίδια σιωπή, ανάμεσα στα πλήθη, που χαίρονταν, γιόρταζαν, χόρευαν… όμως η περηφάνια, ο εγωισμός είχε φύγει.
Όλα περνάνε.




Ζήσε με τους δικούς σου όρους
Μία από τις πιο σημαντικές πνευματικές διδασκαλίες του



OSHO


http://www.lecturesbureau.gr

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Να μάθουμε επιτέλους να λέμε ΟΧΙ..


Κυρίως να λες «όχι» σε πράγματα που δεν σου αρέσουν, δε σε εκφράζουν ή τα θεωρείς περιττά.


Κανείς δεν μπορεί να κάνει πάντα ό,τι θέλει. Όμως πρέπει να μάθουμε να μην κάνουμε ποτέ ό,τι δεν θέλουμε. Το «όχι» σε μία επιλογή που μας φαίνεται ανεπιθύμητη είναι σωτήριο, μας απελευθερώνει και ανοίγει το δρόμο στη χαρά. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι απλώς χαρούμενοι, χωρίς να κάνουν ιδιαίτερη προσπάθεια. Είναι εκείνοι που σκέφτονται τις δικές τους ανάγκες, χωρίς ενοχές, χωρίς να άγονται και να φέρονται από τις επιθυμίες και τις ανάγκες των άλλων. Μπορεί τίποτα να μην πηγαίνει καλά, μπορεί να βιώνουν αναποδιές, όμως δεν χάνουν το χαμόγελο και το κουράγιο τους.



Οι Στωικοί μας λένε: εστίασε στο τώρα. Αν μπορείς να αλλάξεις κάτι άλλαξέ το˙ αν δεν μπορείς άντεξέ το. Υπάρχουν πράγματα τα οποία μπορείς να ελέγξεις και υπάρχουν άλλα των οποίων η έκβαση δεν είναι στο χέρι σου. Δεν υπάρχει λοιπόν λόγος ανησυχίας. Αν μπορείς να το αλλάξεις, δε χρειάζεται να ανησυχείς: αφού δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι αυτό μάθε να ζεις μαζί του. Κυρίως να λες «όχι» σε πράγματα που δεν σου αρέσουν, δε σε εκφράζουν ή τα θεωρείς περιττά. Οι χαρούμενοι άνθρωποι ξέρουν ότι, λέγοντας ευγενικά «όχι» σε κάποιον, λένε «ναι» στην προσωπική τους ζωή. Δεν μπορείς να αρέσεις σε όλους, δε μπορείς να βρίσκεσαι παντού την ίδια στιγμή, δεν μπορείς να ικανοποιείς όλες σου τις επιθυμίες ταυτοχρόνως. Όταν λέμε «ναι» σε κάτι λέμε «όχι» σε κάτι άλλο.


Μαξ Έξελμαν
61 Μαθήματα καθημερινής ζωής από τους Στωικούς



Εικόνα: May Xiong (http://cosascool.tumblr.com/post/62733161193/may-xiong)



http://www.lecturesbureau.gr

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

«Πώς γίνεται και αναπτύσσεσαι τόσο καλά μέσα σ ’ αυτόν τον μαραμένο και θλιβερό κήπο;»


Ο Βασιλιάς πάει στον κήπο του και βλέπει πως τα δέντρα, οι θάμνοι και τα λουλούδια του ξεραίνονται
Η Βελανιδιά τού λέει πως ξεραίνεται γιατί δεν μπορεί να είναι τόσο ψηλή όσο το Πεύκο.
Γυρίζει προς το Πεύκο και το βλέπει πεσμένο κάτω γιατί δεν μπορεί να κάνει σταφύλια όπως το Αμπέλι.
Και το Αμπέλι ξεράθηκε γιατί δεν έκανε λουλούδια σαν την Τριανταφυλλιά.
Βλέπει την Τριανταφυλλιά να κλαίει γιατί δεν είναι γερή και δυνατή σαν τη Βελανιδιά.
Και ξάφνου, βλέπει ένα φυτό, μια Φρέζια, γεμάτη άνθη και πιο δροσερή από ποτέ.
Τη ρωτάει ο βασιλιάς:
«Πώς γίνεται και αναπτύσσεσαι τόσο καλά μέσα σ ’ αυτόν τον μαραμένο και θλιβερό κήπο;»
Το λουλούδι τού απαντάει:
«Δεν ξέρω. Ίσως γιατί υπέθετα πάντα ότι, όταν με φύτεψες, ήθελες φρέζιες. Αν ήθελες Βελανιδιά ή Τριανταφυλλιά, θα είχες φυτέψει Βελανιδιά ή Τριανταφυλλιά.Εκείνη τη στιγμή είπα μέσα μου: Θα προσπαθήσω να είμαι Φρέζια όσο μπορώ καλύτερα.»
Τώρα, είναι η σειρά σου. Είσαι εδώ για να προσφέρεις την ευωδιά σου.
Κοιτάξου, απλώς, στον καθρέφτη.
Δεν γίνεται να είσαι άλλος άνθρωπος.
Μπορείς να χαίρεσαι και να ανθίζεις ποτισμένος με την αγάπη για τον εαυτό σου, ή να μαραίνεσαι καταδικασμένος από εσένα τον ίδιο.


Ο Δρόμος της Αυτοεξάρτησης
ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ